Σύνταξη άρθρου: Ματίνα Δαμιανάκη

Επιμέλεια άρθρου: Κωνσταντίνος Ουρανός

 

Η είσοδος στον αρχαιολογικό χώρο

Η Πόλη κάτω από την Πόλη. Όσο κοινότυπο κι αν ακούγεται, συνιστά γεγονός ότι οι κάτοικοι της Αθήνας κατοικούν σε μια πόλη που κατοικείται για περισσότερα από 3.000 χρόνια. Ας δούμε ένα πολύ ξεχωριστό σημείο αυτής της κατοίκησης και πώς λειτουργεί και αλληλεπιδρά με τη σημερινή μορφή της Αθήνας.

Με αφορμή, λοιπόν, την επέτειο των δέκα χρόνων λειτουργίας του Νέου Μουσείου Ακρόπολης δόθηκε στο κοινό και είναι επισκέψιμη η ανασκαφή κάτω από το Μουσείο, όπου βρίσκονται τα αυθεντικά κατάλοιπα μιας αρχαίας αθηναϊκής γειτονιάς, η οποία επί αιώνες ήταν γεμάτη ζωή. Οι αρχαιολόγοι έχουν φέρει στο φως μία ολόκληρη γειτονιά με συνεχή ανθρώπινη παρουσία από τους κλασσικούς χρόνους της αρχαιότητας έως και τη Βυζαντινή περίοδο. Σήμερα είναι ορατό μέρος, μόνο, όσων έφεραν στο φως οι ανασκαφές του οικοπέδου Μακρυγιάννη, όπως ονομάζεται ο περίκλειστος χώρος γύρω από το Μουσείο. Ένα άλλο μέρος διατηρείται σε κατάχωση ενώ ένα ακόμα έχει απομακρυνθεί, ώστε να κατασκευαστούν τα υπόγεια επίπεδα του Μουσείου και του σταθμού ΑΚΡΟΠΟΛΗ του ΜΕΤΡΟ. Φυσικά φυλάσσονται αλλού.

Η κάτοψη της ανασκαφής του οικοπέδου Μακρυγιάννη

Η έναρξη της ανασκαφής

Το 1997, τρία χρόνια πριν να ξεκινήσει ο διεθνής διαγωνισμός για την ανάδειξη μελετητικού γραφείου για το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, άρχισε μια εκτεταμένη και μεθοδικά οργανωμένη ανασκαφή στο οικοδομικό τετράγωνο Οικόπεδο Μακρυγιάννη προκειμένου να ερευνηθεί αρχαιολογικά η περιοχή όπου είχε χωροθετηθεί το Νέο Μουσείο.

Τα ευρήματα ήταν πλούσια στη βόρεια και δυτική πλευρά σε αντίθεση με το υπόλοιπο οικόπεδο, όπου είχαν κατασκευαστεί εγκαταστάσεις του στρατοπέδου Χωροφυλακής, όπως υπόγεια καταφύγια και δεξαμενές καυσίμων και έτσι δεν μπορούσαν πια να βρεθούν αρχαία. Οι ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως ένα πυκνοδομημένο κομμάτι της αρχαίας Αθήνας με αλλεπάλληλες οικοδομικές φάσεις, από τις οποίες οι καλύτερα διατηρούμενες ήταν αυτές της όψιμης αρχαιότητας (1ος αιώνας π.Χ. – 3ος αιώνας μ.Χ.). Οι αρχαιότητες αυτές καθόρισαν και με έναν τρόπο υπαγόρευσαν το αρχιτεκτονικό σχέδιο στη βάση του Μουσείου. Οι αρχαίες οδικές αρτηρίες υπαγόρευσαν τους αρχιτεκτονικούς άξονες στο κάτω μέρος του Μουσείου συνδέοντάς το με την ανασκαφή σε αντίθεση με την επίστεψη του κτηρίου, όπου η Αίθουσα του Παρθενώνα αλλάζει κατεύθυνση και γίνεται παράλληλη με τον αρχαίο ναό στην κορυφή του Ιερού Βράχου απέναντι.

Οι ανασκαφικές εργασίες χρηματοδοτήθηκαν από τον Οργανισμό Ανέγερσης του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης και πραγματοποιήθηκαν με την εποπτεία της Α΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων.

Η ανασκαφή για το Νέο Μουσείο διενεργήθηκε μεταξύ των ετών 1997-2003. Την επιστημονική εποπτεία είχε η Α΄ Ε.Π.Κ.Α. . Η ανασκαφή έφερε στο φως τα κατάλοιπα μιας τυπικής συνοικίας της αρχαίας Αθήνας σε επάλληλες οικοδομικές φάσεις με καλύτερα διατηρημένες αυτές της ύστερης αρχαιότητας, όπως προείπαμε. Πρόκειται για τη συνέχεια των οικοδομημάτων που είχαν αποκαλυφθεί λίγα χρόνια νωρίτερα στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου, στο πλαίσιο της ανασκαφής για το σταθμό Ακρόπολη του ΜΕΤΡΟ που διενήργησε επίσης η Α΄ Ε.Π.Κ.Α.

Αεροφωτογραφία της ανασκαφής. Κάτω αριστερά διακρίνεται το κτήριο Βάιλερ και παραπάνω τα έργα του ΜΕΤΡΟ

Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης

Το 2000 προκηρύχθηκε νέος διεθνής διαγωνισμός με πρόσκληση 12 γραφείων, τα οποία κλήθηκαν να υποβάλουν τις προτάσεις τους. Οι προτάσεις των διαγωνιζόμενων κρίθηκαν το Σεπτέμβριο του 2001 από διεθνή Επιτροπή Αξιολόγησης και το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στο αρχιτεκτονικό γραφείο του γαλλοελβετού Μπερνάρ Τσουμί και στο ελληνικό γραφείο του Μιχάλη Φωτιάδη της Αρχιτεκτονική Συνεργασία Ε.Π.Ε. . Σύμφωνα με το σχέδιο, το κτήριο στηρίζεται σε υπερυψωμένους πυλώνες θεμελιωμένους ανάμεσα στις αρχαιότητες για την καλύτερη προστασία του αρχαιολογικού χώρου. Σε αρκετά σημεία, στο εσωτερικό και το εξωτερικό του κτηρίου, τα δάπεδα είναι διαφανή, επιτρέποντας τη θέαση των υποκείμενων αρχαιοτήτων.

Τα διάφανα δάπεδα του Μουσείου αφήνουν ορατή την ανασκαφή

Τα αποτελέσματα ανασκαφής

Μετά το πέρας της ανασκαφής, από το 2004 κ.ε. το επιστημονικό προσωπικό, με επικεφαλής την αρχαιολόγο της Ά Εφορείας, Σταματία Ελευθεράτου, ασχολήθηκε με την επεξεργασία του πολυάριθμου αρχαιολογικού υλικού. Αποδελτιώθηκαν ημερολόγια, εκπονήθηκαν σχέδια των φάσεων των οικοδομημάτων, καταρτίστηκαν τεύχη με τα σημαντικότερα αρχαιολογικά σύνολα από οικοδομήματα, δεξαμενές, φρέατα, τάφους κ.ά., συντηρήθηκαν ευρήματα και προετοιμάστηκε το υλικό της περιοδικής αλλά και της μόνιμης έκθεσης στο επιτόπιο μουσείο.

Στην περιοδική έκθεση «Το Μουσείο και η Ανασκαφή» παρουσιάζονται 550 αντικείμενα διαφόρων εποχών, μέρος του πλούσιου αρχαιολογικού υλικού που αποκάλυψε η αρχαιολογική έρευνα. Στην πλειονότητά τους προέρχονται από την ανασκαφή για το Νέο Μουσείο και συμπληρώνονται από ευρήματα της όμορης ανασκαφής για το Μετρό. Τα εκθέματα οργανώνονται σε 12 θεματικές ενότητες οι οποίες, πλαισιωμένες με κατάλληλο εποπτικό υλικό, δίνουν στον επισκέπτη μιαν ιδέα της ζωής του πυκνοκατοικημένου αυτού τμήματος της πόλης, στους ΝΑ πρόποδες της Ακρόπολης. Η επιλογή των αντικειμένων έγινε με τρόπο που να τεκμηριώνεται η κάθε θεματική ενότητα, γνωρίζοντας ωστόσο ότι κάποια αντικείμενα είχαν περισσότερες από μια χρήσεις. Ορισμένα γλυπτά είναι ιδιαίτερης καλλιτεχνικής ποιότητας και μαρτυρούν για τη διατήρηση του υψηλού επιπέδου της Αττικής γλυπτικής τέχνης μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα. Η ακολουθία των εκθεσιακών ενοτήτων υπαγορεύτηκε ως ένα βαθμό από τις ιδιαιτερότητες της αίθουσας, ενώ τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν (επίστρωση του δαπέδου με λεπτή στρώση άμμου, ξύλινοι διάδρομοι κίνησης, μεταλλικές προθήκες εργαστηριακού τύπου, μεγάλο πανό με φωτογραφίες της ανασκαφής), στοχεύουν στην απόδοση του περιβάλλοντος της ανασκαφής.

Η ιστορία της περιοχής: «Η Γειτονιά της Μακρυγιάννη στο πέρασμα του χρόνου»

Τα οικοδομήματα

Η ζωή του τόπου ξεκινά κάπου μεταξύ του 3.500 και 3.000 π.Χ. . Μέχρι και τον 9ο π.Χ. αιώνα σπίτια, εργαστήρια και νεκροταφεία συνυπάρχουν ή διαδέχονται το ένα το άλλο. Η οικιστική χρήση του χώρου παγιώνεται από τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., αν και η κατοίκηση δεν είναι πυκνή. Μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. η περιοχή βρίσκεται στις παρυφές της πόλης, έξω από τον αρχαιότερο οχυρωματικό περίβολο.

Η μεγάλη τομή γίνεται στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., οπότε η περιοχή ρυμοτομείται και αποκτά οριστικά τον αστικό της χαρακτήρα, ενταγμένη, πλέον, στο τειχισμένο τμήμα της πόλης. Μέχρι τις αρχές του 1ου αι. π.Χ αναπτύσσεται ένα πυκνό οδικό δίκτυο και ο χώρος καταλαμβάνεται από σπίτια με μικρές εσωτερικές αυλές, καταστήματα και εργαστήρια. Το 86 π.Χ. καταστρέφεται από τα στρατεύματα του ρωμαίου στρατηγού Σύλλα και για αρκετά χρόνια εγκαταλείπεται. Λίγο αργότερα ιδρύονται, πάνω στα ερείπια, εργαστηριακές μονάδες.

Ο ανδρώνας με τον προθάλαμο της Οικίας Θ (5ος – 4ος αι. π.Χ.)

Από τα μέσα, όμως, του 2ου αι. μ.Χ. η γειτονιά γνωρίζει νέα άνθηση. Τα σπίτια τώρα είναι μεγαλύτερα. Τα περισσότερα έχουν περίστυλες αυλές, δωμάτια με πολύχρωμες τοιχογραφίες, κάποτε και με ψηφιδωτά δάπεδα, ιδιωτικά αποχωρητήρια και, τα πιο πλούσια, δικά τους λουτρά. Μια ευημερία που ανακόπτεται το 267 μ.Χ., οπότε η περιοχή βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές που καταστρέφουν οι Έρουλοι, γερμανικό φύλο του βορρά, που η επίθεσή του στην Αθήνα υπήρξε ιδιαίτερα καταστρεπτική για τα αρχιτεκτονήματα και τα καλλιτεχνήματα της πόλης.

Ο χώρος αναδιοργανώνεται και πάλι στα τέλη του 4ου – αρχές 5ου αι. μ.Χ. . Όλα τα σπίτια έχουν περίστυλες αυλές, ο χαρακτήρας όμως και οι διαστάσεις τους διαφέρουν. Δίπλα σε μικρότερες κατοικίες, ενδεχομένως ανθρώπων της μεσαίας αστικής τάξης, κατασκευάζονται μεγαλύτερα και πολυτελέστερα οικοδομήματα, αστικές επαύλεις ευπόρων πολιτών.

Στοίχεια της τοιχοδομίας των οικιών και του δαπέδου από πατημένο χώμα

Γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ. οι περισσότερες κατοικίες επισκευάζονται και εξακολουθούν να λειτουργούν. Παράλληλα, τη θέση δύο επαύλεων καταλαμβάνει ένα πολυτελές κτήριο με ψηφιδωτά και ιδιωτικό λουτρό (κτήριο Ζ), έδρα υψηλόβαθμου αξιωματούχου ή τοπικού άρχοντα, με πρόσβαση στην αυτοκρατορική αυλή.

Στις αρχές του επόμενου αιώνα το κτήριο Ζ αποκτά μια νέα πτέρυγα με καινοτόμα, για την Αθήνα, αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά (κτήριο Ε). Η προσθήκη αυτή, καθώς και η συνέχεια της λειτουργίας ορισμένων παλαιότερων σπιτιών ή η οικοδόμηση νέων, αποδεικνύει ότι η αστική ζωή παραμένει ζωντανή, σε μια εποχή που θεωρείται περίοδος παρακμής και οικιστικής ύφεσης της Αθήνας.

Στο τέλος του 6ου αιώνα μ.Χ. ορισμένα κτήρια καταστρέφονται και άλλα υφίστανται βλάβες. Στο κάτω επίπεδο του κτηρίου Ε ιδρύονται εργαστήρια, που λειτουργούν τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 8ου μ.Χ. αιώνα. Το τρίκογχο δωμάτιο και η κυκλική αίθουσα – πύργος του κτηρίου Ε, που χρονολογούνται στις αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ. μας αποδεικνύει τη δύναμη και την ανάγκη για ασφάλεια του ιδιοκτήτη του. Αργότερα εγκαταλείπονται και για αρκετά χρόνια η περιοχή ερημώνει. Νέα σπίτια και εργαστήρια αναπτύσσονται τον 10ο-12ο αι. μ.Χ., που λειτουργούν μέχρι την οριστική εγκατάλειψη του χώρου στις αρχές του 13ου αιώνα μ.Χ.

Η κυκλική αίθουσα – Πύργος του κτηρίου Ε

Στις αρχές του 19ου αιώνα, πάνω στα κατάλοιπα του κτηρίου Ζ, ιδρύεται το κτήριο Βάιλερ (Weiler), το πρώτο Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Αθήνας, το οποίο σήμερα φιλοξενεί τις διοικητικές λειτουργίες της Ά Εφορείας Ακροπόλεως και Αθηνών καθώς και αυτές του Μουσείου Ακρόπολης.

ΤΟ ΝΕΡΟ – ΠΗΓΑΔΙΑ ΚΑΙ ΔΕΞΑΜΕΝΕΣ

Στις ανασκαφές για το Νέο Μουσείο αλλά και του ΜΕΤΡΟ βρέθηκαν πάνω από 50 δεξαμενές και 70 πηγάδια διαφόρων εποχών. Η μορφή και το βάθος των πηγαδιών ποικίλλει ανάλογα με τις εποχές. Τα αρχαιότερα ήταν ρηχά ορύγματα στο φυσικό βράχο, αργότερα έγιναν βαθύτερα, απέκτησαν κτιστά τοιχώματα και από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. το εσωτερικό τους άρχισε να επενδύεται με μεγάλους, πήλινους δακτυλίους με εγκοπές στα τοιχώματά τους για τη διευκόλυνση της κατασκευής αλλά και της καθόδου. Το στόμιο των πηγαδιών περιβαλλόταν από μεγάλες μαρμάρινες πλάκες πάνω στις οποίες εδραζόταν το προστομιαίο. Οι πλάκες συχνά πλαισιώνονταν από τη θεμελίωση του ξύλινου ικριώματος για την τροχαλία του πηγαδιού.

Ένα από τα πηγάδια που βρέθηκαν στην ανασκαφή

Πολλά πηγάδια αλλά και δεξαμενές, μετά τη διακοπή της λειτουργίας τους, χρησίμευαν ως χώροι απόρριψης της άχρηστης ή κατεστραμμένης οικοσκευής. Έτσι η ανασκαφή τους έδωσε χρήσιμες πληροφορίες και πλούσια ευρήματα (μαρμάρινα γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη, αγαλμάτια, ειδώλια, λυχνάρια, παιχνίδια κ.ά.) αλλά κυρίως πήλινα αγγεία, που συχνά έπεφταν στην προσπάθεια άντλησης του νερού.

Η είσοδος μιας εκ των δεξαμενών

Η ανασκαφή στο οικόπεδο Μακρυγιάννη αποτελεί μοναδική ευκαιρία να περιηγηθούν οι επισκέπτες σε μια αρχαία γειτονιά της Αθήνας. «Εδώ κάτω βρίσκονται οι πότρες της αρχαιότητας όπου ο χριστιανισμός έβαλε το δικό του κλειδί», έχει επισημάνει ο κύριος Δημήτριος Παντερμαλής, ο διευθυντής του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως.

 

Πηγές

  1. Το Μουσείο και η Ανασκαφή, ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ, Επιμέλεια Σταματία Ελευθεράτου, ΑΘΗΝΑ 2006, Έκδοση του Οργανισμού Ανέγερσης Νέου Μουσείου Ακρόπολης
  2. Η αρχαιολογική ανασκαφή στη βάση του Μουσείου Ακρόπολης

 

Ηλ. Ταχ.: archaiol@athinodromio.gr

Ματίνα Δαμιανάκη

Αρχαιολόγος – Δημοσιογράφος

 

Σωσάννα Πλευριά

Αρχαιολόγος