Σύνταξη άρθρου: Χριστίνα Κακλαμάνη

Επιμέλεια άρθρου: Κωνσταντίνος Ουρανός

 

*Στο παρόν άρθρο απαιτούνται κάποιες γνώσεις γραμματικής και γλωσσολογίας. Αν κάποιος δεν τις διαθέτει, κερδίζει το ότι θα μπει στα ενδότερα μιας ιδιαίτερα γοητευτικής επιστήμης και θα βγει σίγουρα ωφελημένος από αυτήν του την επαφή.

Η διαδικασία της Παραγωγής

Η Παραγωγή, είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς σχηματισμού ονομάτων. Συγκεκριμένα με τον όρο Παραγωγή αναφερόμαστε στη διαδικασία κατά την οποία προστίθενται στο θέμα μιας λέξης (π.χ. γραφ-) τα παραγωγικά στοιχεία, τα οποία ονομάζονται προσφύματα. Σημειώνεται πως όσα προσφύματα βρίσκονται αριστερά από το θέμα χαρακτηρίζονται προθήματα (π.χ. εν+γραφ- = εγγραφ-), ενώ εκείνα που είναι δεξιά από το θέμα έχουν την ονομασία επιθήματα (γραφ- +ικός).

Τα προσφύματα δεν απαντούν μόνα τους στον λόγο. Στη Νέα Ελληνική παρόλα αυτά ορισμένες προθέσεις λειτουργούν ως προθήματα. Το θέμα της λέξης, μπορεί να είναι ελεύθερο ή ελευθερώσιμο μόρφημα στο οποίο προστίθενται οι επιθυμητές κάθε φορά καταλήξεις. Ιδιαίτερη περίπτωση σχηματισμού ονομάτων αποτελεί η παραγωγή με την προσθήκη στο θέμα παλαιότερων και νεότερων λεξικών στοιχείων, που δεν έχουν αυτοτελή παρουσία στη Νέα Ελληνική. Αυτού του είδους τα στοιχεία, σε αντίθεση με τα συνήθη προσφύματα, τα αποκαλούμε ψευδοπροθήματα και ψευδοεπιθήματα. Διακρίνεται δε αντίστοιχα προσφυματική (προθήματα – επιθήματα) και συμφυματική Παραγωγή (ψευδοπροθήματα – ψευδοεπιθήματα).

Η διαδικασία της Σύνθεσης

Η διαδικασία της Σύνθεσης ορίζεται ως η συνένωση δύο ή περισσότερων λέξεων ή θεμάτων με αποτέλεσμα τη δημιουργία νέας λέξης. Η σημασία της νέας λέξης είτε είναι εντελώς νέα (σπιτόγατος) είτε προκύπτει από τις σημασίες των συστατικών της (λεμονοστύφτης). Η σύνθεση γίνεται με κλιτές ή άκλιτες λέξεις όχι όμως με όλες τις κατηγορίες λέξεων. Από τις κλιτές συμμετέχουν τα ουσιαστικά, τα επίθετα, μερικές αντωνυμίες, αριθμητικά και ρήματα ενώ από τις άκλιτες τα επιρρήματα.

Είναι σύνηθες στις παραδοσιακές γραμματικές να αναφέρεται εκτός από την σύνθεση και η παρασύνθεση, η οποία ορίζεται ως η δημιουργία παράγωγης λέξης από σύνθετη. (από + καλύπτω →αποκαλύπτω + – ικός → αποκαλυπτικός). Λέξεις που παρουσιάζουν πρόθημα παρουσιάζονται ως σύνθετες κάνοντας δύσκολο το διαχωρισμό μεταξύ Παραγωγής και Σύνθεσης. Είναι ακόμα απαραίτητο να τονιστεί πως ως σύνθετες παρουσιάζονται και λέξεις με λόγιες προθέσεις (αμφιβάλλω, καθαίρεση κ.λπ.) ή λόγια επιρρήματα ως α’ συνθετικό (αειθαλής, αρτιμελής, διχοτομώ κ.ά.).

Παρατηρούνται βέβαια πολλές φορές αδυναμίες των ορισμών σύμφωνα με τους οποίους η Σύνθεση είναι η διαδικασία που περιλαμβάνει συνένωση είτε ανάμεσα σε ελεύθερα μορφήματα είτε ανάμεσα σε λεξικά μορφήματα. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, οι λέξεις «ξαναγράφω» και «καθαρογράφω» είναι σύνθετες σύμφωνα με την πρώτη περίπτωση, ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη μόνο η λέξη «ξαναγράφω» (επίρρημα + ρήμα) μπορεί να συμπεριληφθεί στην κατηγορία των συνθέτων.

Τα βασικά χαρακτηριστικά σύνθεσης

Η σύνθεση αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές διαδικασίες σχηματισμού λέξεων και παρουσιάζει συγκεκριμένα δομικά χαρακτηριστικά:

  • Ο τονισμός

Ένα από τα πιο βασικά στοιχεία αφορά στον τονισμό. Παρά την ένωση δύο διαφορετικών μελών, η νέα λέξη που προκύπτει διατηρεί έναν τόνο. Αυτή η ιδιότητα καθιστά το σύνθετο μία και ενιαία φωνολογική ενότητα, η οποία καλείται και «φωνολογική λέξη». Βέβαια, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και την περίπτωση ο τόνος του συνθέτου να συμπίπτει με εκείνον ενός από τα συστατικά. Για παράδειγμα, στη λέξη «κυνηγός» ο τόνος της σύνθετης λέξης συμπίπτει με τον τόνο του δεύτερου συνθετικού. Αντίθετα, στη λέξη «λασπόλουτρο», ο τόνος του συνθέτου που προκύπτει από την ένωση συστατικών «λάσπη» και «λουτρό» δε συμπίπτει για κανένα από τα δυο συνθετικά.

  • Η σημασιολογία

Το δεύτερο χαρακτηριστικό σχετίζεται με τη σημασιολογική πτυχή των λέξεων. Οι σύνθετες λέξεις, έχουν συγκεκριμένη σημασία, η οποία δεν πηγάζει απαραίτητα από τις σημασίες των επιμέρους συστατικών. Τα α΄σύνθετα παρουσιάζουν σημασιολογική αδιαφάνεια και η σημασία τους πολλές φορές είναι διαφορετική από αυτή που έχουν τα επιμέρους συνθετικά. Έτσι, ενώ στο σύνθετο «ασπρόμαυρος» η σημασία ορίζεται αποκλειστικά από τα βασικά συστατικά (άσπρος και μαύρος), το σύνθετο «σπαγκοραμμένος» δηλώνει τον άνθρωπο ο οποίος είναι τσιγκούνης ανεξάρτητα από τα συστατικά του (σπάγκος και ραμμένος).

  • Τα συστατικά της σύνθετης λέξης

Το τρίτο στοιχείο που παρατηρούμε στις σύνθετες λέξεις αφορά στα συστατικά των συνθέτων, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι ολόκληρες λέξεις. Για την ακρίβεια πρόκειται για θέματα, δηλαδή για τα μέρη των λέξεων που απομένουν, όταν αφαιρεθούν τα κλιτικά επιθήματα. Αν πάρουμε ως παράδειγμα τη λέξη «καλότυχος» θα παρατηρήσουμε πως δημιουργείται από τα συνθετικά καλ- και τυχ- (καλή τύχη). Αντίστοιχα η λέξη καραβόπανο αναλύεται στα συστατικά καράβ- και παν- (καράβι πανί).

  • Ο Δείκτης Σύνθεσης

Το τέταρτο χαρακτηριστικό το οποίο απαντάται σε μεγάλο ποσοστό σύνθετων λέξεων ονομάζεται δείκτης σύνθεσης. Πρόκειται  για το φωνήεν – ο – το οποίο συνδέει τα συστατικά του συνθέτου και διασφαλίζει τη μετάβαση από το ένα στο άλλο συνθετικό.

Π.χ. ψαροταβέρνα < ψαρ – ο – ταβέρνα

Το – ο – κατείχε τον ρόλο του θεματικού φωνήεντος ήδη από την εποχή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Η εξέλιξή του και η καθιέρωσή του ως συνδετικού φωνήεντος στη σύνθεση χρονολογείται από την κλασσική εποχή. Φαίνεται, όμως πως η τυποποίησή του ως δείκτη σύνθεσης επιτυγχάνεται στα χρόνια της ελληνιστικής περιόδου (4ος-1ος π.Χ. αιώνας).

Για να γίνει η ανάλυση μιας σύνθετης λέξης, η οποία εμπεριέχει το θεματικό φωνήεν – ο – με σωστό τρόπο, πρέπει σε πρώτο επίπεδο να διαχωρίσουμε το – ο – από τα κλιτικά επιθήματα, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η μορφή του πρώτου συστατικού συμπίπτει με τη μορφή των αντίστοιχων κλιτών λέξεων. Έτσι είναι η λέξη «δευτερόλεπτο» < δεύτερο λεπτό.

Η μορφή του συνδετικού φωνήεντος παραμένει σταθερή σε όλη τη διαδικασία κλίσης της λέξης. Αντιθέτως, τα κλιτικά επιθήματα αλλάζουν μορφή και μεταβάλλονται ανάλογα με την αλλαγή του αριθμού της πτώσης. Επιπλέον το – ο – δεν εμφανίζεται μπροστά από συστατικό το οποίο ξεκινάει από φωνήεν και κυρίως μπροστά από το αντηχητικό /α/. Έτσι έχουμε π.χ. αξιοαγάπητος (δημιουργείται χασμωδία μεταξύ το – α – και  του – ο – ) > αξιαγάπητος (όπως είναι σωστό να προφέρεται).

Στη νέα ελληνική παρουσιάζονται βέβαια και περιπτώσεις στις οποίες το – ο – εμφανίζεται στη λέξη παρά το γεγονός ότι το δεύτερο συνθετικό ξεκινάει από φωνήεν. Την εξαίρεση αυτή συναντούμε μόνο σε περιπτώσεις που τα δυο συνθετικά μέρη έχουν σχέση παράταξης. Τα δυο μέλη του συνθέτου παρατίθενται το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς να υπάρχει σχέση εξάρτησης (δηλ. χωρίς το ένα να αναφέρεται στο άλλο όπως συμβαίνει με άλλα σύνθετα π.χ. «λεμονανθός»). Είναι προφανές πως ο βαθμός σύνδεσης αυτών των λέξεων είναι χαλαρός και έτσι κρίνεται απαραίτητη η παρουσία του – ο – προκειμένου να διασφαλίσει κάποιο βαθμό σύνδεσης.

Π.χ. πηγαινοέρχομαι < πηγαίν – ο – έρχομαι

Άλλο ένα χαρακτηριστικό του φαινομένου είναι πως παρουσιάζονται και λέξεις που εμφανίζουν δύο τύπους, με αλλά και χωρίς δείκτη σύνθεσης.

Π.χ. μεγαλοεπιχειρηματίας – μεγαλεπιχειρηματίας

Ακόμα, παρουσία του – ο – μπορεί να υπάρχει και σε άλλα σύνθετα με σχέση εξάρτησης και συγκεκριμένα σε εκείνα που έχουν ως πρώτο συνθετικό κάποια στοιχεία όπως τα: μικρό – , νέο – , παλαιό – , ψευδό – , θεό – , ψιλό – .

Π.χ.  ψευδοαναρχικός – ψευδαναρχικός, θεόασπρος – θέασπρος, νεοαμερικάνος – νεαμερικάνος

Τέλος υπάρχει και η περίπτωση απουσίας του –ο – στις εξής περιπτώσεις:

  • Σε σύνθετα με πρώτο συνθετικό επίρρημα, όπως είναι τα ξανα- και πίσω-

Π.χ.  ξαναδιαβάζω, σιγοτραγουδώ, πισωγυρίζω

  • Μόνο όταν το πρώτο συνθετικό μέρος είναι θέμα παρεμβάλεται μεταξύ αυτού και του δεύτερου συνθετικού ένα – ο –. Όταν το πρώτο συστατικό ανήκει στην κατηγορία της λέξης δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης του δείκτη σύνθεσης.
  • Σε λέξεις αρχαιοπρεπείς ή αρχαίας προέλευσης, όπως εκείνες στις οποίες το πρώτο συστατικό είναι κλιτή λέξη.

Π.χ. αγγελιαφόρος (η λέξη αγγελία βρίσκεται σε αιτιατική πτώση)

  • Σε σύνθετα τα οποία ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία και το πρώτο συνθετικό λήξει σε –η ή ανήκει σε αρχαιόκλιτα επίθετα.

Π.χ. θανατηφόρος, βαθύπλουτος

Σχέσεις και σειρά των συνθετικών μερών

Ο Bloomfield αναφέρει πως είναι δύσκολο να υπάρξει μια ταξινόμηση των συνθέτων, που να έχει καθολική ισχύ. Αυτό συμβαίνει, διότι εκτός από τις ομοιότητες που παρουσιάζουν οι γλώσσες με Σύνθεση, παρουσιάζουν και πολλές διαφορές.

Στηριζόμενοι στη λειτουργική σχέση, που υπάρχει μεταξύ των συνθετικών, μπορούμε να διακρίνουμε δυο βασικές κατηγορίες συνθέτων. Υπάρχουν εκείνα στα οποία εμφανίζεται σχέση εξάρτησης και άλλα που χαρακτηρίζονται από σχέση παράταξης. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει σύνθετα που αλλιώς ονομάζονται και προσδιοριστικά και περιλαμβάνει τις υποκατηγορίες των υποτακτικών και των συνθέτων από τα οποία το εξαρτώμενο μέλος αποδίδει μια ιδιότητα στο βασικό.

  • Προσδιοριστικά σύνθετα

Τα προσδιοριστικά σύνθετα εκφράζουν διάφορες συντακτικές σχέσεις όχι μονάχα των καθαρών προσδιορισμών (ονοματικές, επιρρηματικές) αλλά και άλλες σχέσεις υποκειμένου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λέξη φθινόπωρο (φθίνουν αἱ ὀπῶραι).

Θέλοντας να ταξινομήσουμε τα προσδιοριστικά σύνθετα είναι εφικτός ο διαχωρισμός τους σε επιμέρους κατηγορίες:

  • Καθαρά προσδιοριστικά: το ένα (ή περισσότερα) συνθετικό είναι ονοματικός ή επιρρηματικός προσδιορισμός στο άλλο.

Π.χ. λεβεντάνθρωπος (ονοματικός προσδιορισμός), συνέρχομαι (επιρρηματικός προσδιορισμός),

  • Κτητικά: εκφράζεται σχέση κτήσης.

Π.χ. βουνοπλαγιά (η πλαγιά του βουνού),

  • Αντικειμενικά: στα πλαίσια της σύνταξης το αντικείμενο θεωρείται προσδιορισμός, οπότε στα προσδιοριστικά ανήκουν κι εκείνα τα σύνθετα στα οποία το ένα συνθετικό είναι αντικείμενο στο άλλο.

Π.χ. φιλόλογος (φιλεῖ =αγαπά τον λόγο),

  • Του ποιητικού αιτίου: το είδος αυτό σπάνια αναγράφεται στις γραμματικές, ωστόσο μπορεί να αποτελέσει χωριστό είδος, καθώς εκφράζεται μια ειδική συντακτική σχέση.

Π.χ. ηλιοκαμένος (καμένος από τον ήλιο)

Τα  προσδιοριστικά σύνθετα μπορούν να είναι ουσιαστικά, επίθετα, μετοχές, ρήματα και άκλιτα.

  • Παρατακτικά σύνθετα

Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει περιπτώσεις όπου τα δυο μέλη του συνθέτου παρατίθενται το ένα δίπλα στο άλλο. Η ιδιαίτερη σχέση τους μπορεί να είναι είτε πρόσθεσης είτε παράθεσης. Τα σύνθετα αυτά ονομάζονται αλλιώς και ενωτικά.

Π.χ. αλατοπίπερο (σχέση πρόσθεσης), ηθοποιός – συγγραφέας (σχέση παράθεσης)

Τα σύνθετα με παρατακτική σχέση δεν φαίνεται να είναι συχνά στις αρχαίες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, στις οποίες εντάσσεται και η αρχαία ελληνική αλλά και η ελληνιστική κοινή. Ωστόσο από την πρώιμη μεσαιωνική περίοδο και έπειτα αρχίζει και γίνεται πιο συχνή η χρήση των παρατακτικών συνθέτων.

Π.χ. ανοιγοκλείνω < ανοιγ – κλείνω, αναβοσβήνω <αναβ- σβήνω

Στο εσωτερικό των μεγάλων κατηγοριών των συνθέτων είναι σύνηθες να παρουσιάζονται και υποκατηγορίες. Για παράδειγμα, στο εσωτερικό των παρατακτικών συνθέτων διακρίνεται και η κατηγορία των επαναληπτικών συνθέτων.

Η σειρά των συνθετικών

Τα προσδιοριστικά σύνθετα, τα οποία χαρακτηρίζονται από σχέση εξάρτησης, διατηρούν μια αυστηρά καθορισμένη σειρά των όρων από τους οποίους αποτελούνται. Το προσδιορίζον στοιχείο προηγείται από το προσδιοριζόμενο. Ωστόσο, υπάρχουν και ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες τα συστατικά της λέξης εμφανίζουν μια ευελιξία σχετικά με τη σειρά κατά την οποία συντίθενται.

Π.χ. καρδιοχτύπι – χτυποκάρδι, κοιλόπονος – πονόκοιλος

Υπάρχει και άλλη μια κατηγορία συνθέτων στην οποία το πρώτο συνθετικό ανήκει στην κατηγορία του ρήματος, ενώ το δεύτερο σε αυτή του ουσιαστικού.

Π.χ. μισογύνης → μισώ + γυνή, φυγόδικος → φεύγω + δίκη

Το γεγονός ότι τα συνθετικά τέτοιων λέξεων προέρχονται από την αρχαία ελληνική ή βασίζονται στη λόγια παράδοση της ελληνικής (π.χ. η λέξη γυνή) καταδεικνύει τον αρχαιοπρεπή χαρακτήρα τέτοιων λέξεων. Σύνηθες, βέβαια, είναι και το φαινόμενο τα ρήματα που χρησιμοποιούνται ως συνθετικά τέτοιων λέξεων να έχουν αλλάξει σημασία στη νέα ελληνική με αποτέλεσμα να παρερμηνεύονται από τους σημερινούς ομιλητές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λέξη «φιλέω» η οποία στη νέα ελληνική δεν γίνεται κατανοητή με την αρχική της σημασία ως αγαπώ και συγχέεται πολλές φορές με το θέμα της λέξης φίλος.

Ακολουθώντας τους κανόνες της νέας ελληνικής τα σύνθετα με σχέση εξάρτησης οφείλουν να εμφανίζουν στη θέση του δεύτερου συνθετικού τη βάση της λέξης. Σε λέξεις όπως «ζωόφιλος», «ελληνόφιλος» ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται και η λέξη «φίλος» αποτελεί τη βάση. Το φαινόμενο αυτό εξηγεί και την παρουσία συνδυασμών όπως «ζωόφιλος» και «φιλόζωος» ή «φιλέλληνας» και «ελληνόφιλος».

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε πως δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, στις οποίες παρατηρείται διαφοροποίηση στη σημασία ανάμεσα στα μέλη ενός συνθέτου ανάλογα με την σειρά με την οποία τοποθετούνται οι λέξεις. Παίρνοντας ως παράδειγμα τη λέξη «πονόψυχος» και «ψυχόπονος» παρατηρούμε πως, ενώ χρησιμοποιούμε τα ίδια συνθετικά, η πρώτη λέξη αναφέρεται σε κάποιον που η ψυχή του πονά για τους άλλους ενώ η δεύτερη στον πόνο της ψυχής.

Εξετάζοντας τώρα, την σειρά των συνθετικών στα παρατακτικά σύνθετα θα παρατηρήσουμε πως είναι σχετικά ελεύθερη. Αυτό συμβαίνει καθώς κανένα από τα δυο συστατικά δεν αποτελεί τη βάση του άλλου και υπάρχει πρόσθεση ή διάζευξη στις σημασίες τους.

Π.χ. ψωμί και τυρί/ τυρί και ψωμί, πίνω και τρώω/ τρώω και πίνω

Η σημασία της λέξης δημιουργείται από το άθροισμα των σημασιών των συστατικών. Υπάρχουν όμως κι αρκετές περιπτώσεις στις οποίες εμφανίζεται και νέα σημασία που σχετίζεται με αυτή των συστατικών του συνθέτου.

Π.χ. αυγολέμονο < αυγό λεμόνι

Ένα ακόμη στοιχείο το οποίο κρίνεται άξιο προσοχής είναι πως μερικά από τα σύνθετα της κατηγορίας αυτής ανήκουν και στην κατηγορία pluralia tantum, είναι με άλλα λόγια λέξεις οι οποίες δεν εμφανίζουν ενικό αριθμό.

Π.χ. μαχαιροπίρουνα <μαχαίρια  πιρούνια

γυναικόπαιδα <γυναίκες  παιδιά

Μόνο φωνολογικοί παράγοντες, όπως ο αριθμός των συλλαβών, έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν συγκεκριμένη σειρά για τις λέξεις που απαρτίζουν ένα σύνθετο. Η περίπτωση στην οποία η σειρά των όρων δεν φαίνεται να είναι ελεύθερη είναι τα παρατακτικά σύνθετα που αποτελούνται από ουσιαστικά και ρήματα.

Π.χ. αστραπόβροντο  –  βροντ(ο)άστραπο

Βέβαια δεν θα μπορούσαμε σε καμία περίπτωση να πούμε πως είναι γλωσσολογικοί οι λόγοι που επιβάλουν αυτού του είδους τη σειρά, αλλά μάλλον πραγματολογικοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λέξη ψωμοτύρι καθώς το τυρί έρχεται δεύτερο αφού συνοδεύει το ψωμί. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη λέξη αστραπόβροντο, καθώς η αστραπή προηγείται της βροντής. Καταλήγουμε έτσι στο συμπέρασμα πως, όταν στα παρατακτικά σύνθετα η καθορισμένη σειρά είναι, ας την πούμε, καθοριστική, τότε προηγείται το στοιχείο εκείνο το οποίο παραπέμπει σε εξωγλωσσικά στοιχεία ή εκείνο το οποίο προηγείται στη χρονολογική κλίμακα.

 Η θέση της κεφαλής

Αναλύοντας παραπάνω το ζήτημα της θέσης με την οποία τοποθετούνται τα συνθετικά στοιχεία της λέξης, παρατηρούμε πως σε φράσεις με σχέσεις εξάρτησης η βάση του όλου σχηματισμού, με άλλα λόγια το συστατικό εκείνο που προσδίδει τη γραμματική κατηγορία και τη βασική σημασία στο συντακτικό σχηματισμό, τοποθετείται αριστερά ή δεξιά της δομής αναλόγως την περίπτωση. Το στοιχείο αυτό αποδίδεται με τον όρο κεφαλή.

Στην Νέα Ελληνική, όταν ο προσδιορισμός της λέξης είναι επιθετικός, τότε το επίθετο προηγείται της κεφαλής.

Π.χ. Στη λέξη αγριογούρουνο το επίθετο «άγριος» προηγείται της κεφαλής «γουρούνι».

Στην περίπτωση, όμως που η κεφαλή δέχεται ονοματικό προσδιορισμό ή υπάρχει συμπλήρωμα προηγείται η κεφαλή.

Π.χ. χρυσόσκονη, αφισοκολλώ

Από την άλλη πλευρά, στα σύνθετα  που χαρακτηρίζονται από σχέση εξάρτησης, η σειρά των όρων είναι απόλυτα καθορισμένη και έτσι η κεφαλή έπεται ανεξάρτητα από το είδος του προσδιορισμού, όπως ακριβώς και όταν το άλλο συστατικό αποτελεί συμπλήρωμα. Γίνεται, λοιπόν, από τα παραπάνω σαφές πως για τα ελληνικά σύνθετα, με σχέση εξάρτησης, η κεφαλή αποτελεί το συνθετικό εκείνο μέρος που βρίσκεται στα δεξιά της δομής. Πρέπει, επίσης, να αποσαφηνιστεί πως η κεφαλή δεν είναι μόνο υπεύθυνη για τη γραμματική κατηγορία του συνθέτου. Εκτός από αυτό, καθορίζει και τα μορφοσυντακτικά και σημασιολογικά χαρακτηριστικά της λέξης, όπως το γένος αλλά και τη βασική σημασία του συνθέτου.

Σημείωση: Ο καθορισμός της θέσης της κεφαλής του συνθέτου φαίνεται πως στην κατηγορία των παρατακτικών συνθέτων δεν έχει εφαρμογή, αφού κανένα από τα δυο συνθετικά μέρη δεν έχει πιο σημαντική σημασία από το άλλο. Εύλογα αναδύεται η απορία αν τα σύνθετα αυτά δεν έχουν κεφαλή. Σε αντίθεση με άλλους σχηματισμούς, η σημασία των συνθέτων αυτών και τα βασικά μορφοσυντακτικά καθορίζονται σύμφωνα και με τα δύο συστατικά. Στην κατηγορία αυτή μπορούν να ισχύουν δυο περιπτώσεις, είτε να πρόκειται για σύνθετα στα οποία η κεφαλή δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο είτε να ισχύει το φαινόμενο συμβατικά και χάριν συμμετρίας να ορίζεται ως κεφαλή το στοιχείο που βρίσκεται δεξιά της δομής – κάτι το οποίο είναι περισσότερο πιθανό.

Ενδοκεντρικά, εξωκεντρικά, χαλαρά και αλλόμορφα σύνθετα

Άλλος ένας τρόπος ταξινόμησης των σύνθετων λέξεων είναι να διαχωριστούν σε ενδοκεντρικά και εξωκεντρικά.

  • Ενδοκετρικά ονομάζονται τα σύνθετα των οποίων τα βασικά χαρακτηριστικά πηγάζουν από την κεφαλή, αφού το κεντρικό στοιχείο της δομής είναι ένα από τα εσωτερικά συστατικά του συνθέτου.
  • Όταν όμως η βασική σημασία της λέξης βρίσκεται έξω από το σύνθετο, δεν προέρχεται δηλαδή από τα συστατικά του, τότε η λέξη κατατάσσεται στην κατηγορία των εξωκεντρικών συνθέτων. Τα εξωκεντρικά είναι πολύ περισσότερα από τα ενδοκεντρικά στη νέα ελληνική.

Π.χ. πολύτεκνος < πολύ – τεκν-,  μονοκόμματος <μόνο – κόμματ-

  • Εκτός από όσα έχουν αναφερθεί και παραπάνω, στη Νέα Ελληνική συναντάμε και σύνθετα που χαρακτηρίζονται ως «χαλαρά». Ο όρος «χαλαρά πολυλεκτικά σύνθετα» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει κατασκευές που υιοθετούν στοιχεία όχι μόνο από τη μορφολογία αλλά και από τη σύνταξη. Η μορφή τους παραπέμπει σε ονοματικές φράσεις, ενώ συγχρόνως χαρακτηρίζονται από δομικές ιδιότητες τις οποίες φέρουν και τα κλασσικά μονολεκτικά σύνθετα. Ωστόσο, ο βαθμός της δομικής συνοχής τους διαφέρει από αυτόν των μονολεκτικών συνθέτων και για αυτό και η σύνδεση τους χαρακτηρίζεται χαλαρή. Η ιδιοσυγκρασιακή τους σημασία είναι ένα ακόμα στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της μορφολογικής τους υπόστασης.

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν σύνθετα τύπου Επίθετο + Ουσιαστικό (μαύρη αγορά, ψυχρός πόλεμος) και ουσιαστικό + ουσιαστικό σε γενική πτώση (ζώνη ασφαλείας). Συχνά συναντούμε και σύνθετα της κατηγορίας ουσιαστικό + ουσιαστικό σε πτώση ονομαστική (παιδί θαύμα, νόμος πλαίσιο) αλλά υπάρχουν επιφυλάξεις για το αν θα πρέπει να συγκαταλέγονται στην κατηγορία των χαλαρών συνθέτων. Βέβαια για τα σύνθετα αυτά παύει να ισχύει η Αρχή της Λεξικής Ακεραιότητας.

  • Στη γλωσσολογική θεωρία υπάρχει η περίπτωση ένα μόρφημα να σχηματίζει διάφορες μορφές, οι οποίες δεν προκύπτουν από την εφαρμογή φωνολογικών νόμων και βρίσκονται σε συμπληρωματική κατανομή μεταξύ τους ανάλογα με το μορφολογικό περιβάλλον που απαντούν και ονομάζονται αλλόμορφα. Ως χαρακτηριστικό των μορφημάτων η αλλομορφία επηρεάζει τόσο τα θέματα όσο και τα προσφύματα.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η αλλομορφία, που παρουσιάζει το θέμα του πρώτου συνθετικού μέρους, το οποίο μπορεί να λάβει τη μορφή ενός αλλόμορφου που δεν χρησιμοποιείται στην κλίση της αντίστοιχης λέξης, τουλάχιστον σε συγχρονικό επίπεδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το θέμα γαι – του συνθέτου «γαιάνθρακας» και η λέξη γη.

Σε αντίθεση, το θέμα του δεύτερου συνθετικού στην πλειονότητα των περιπτώσεων αλλομορφίας ακολουθεί τη μορφή που διαθέτει ως ανεξάρτητη λέξη. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούν τα ουδέτερα δε – ι.  Στην περίπτωση αυτή το θεματικό αλλόμορφο, που εμφανίζεται στη θέση του πρώτου συστατικού ενός συνθέτου, είναι αυτό που έχει τη μικρότερη έκταση. Αυτό το φαινόμενο δε συμβαίνει πάντα καθώς υπάρχουν και θέματα που χρησιμοποιούν στη σύνθεση τα μεγαλύτερα σε έκταση αλλόμορφα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λέξη «πηγαίνω» η οποία παρουσιάζει τρία θεματικά αλλόμορφα: πηγαίν -, πηγ – , πα – . Παρόλα αυτά μόνο το πρώτο χρησιμοποιείται στη διαδικασία της σύνθεσης.

Δεν θα μπορούσαμε να πούμε όμως πως υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος κανόνας βάσει του οποίου επιλέγονται τα αλλόμορφα που θα χρησιμοποιηθούν για τη σύνθεση λέξεων. Σε αρκετές των περιπτώσεων η διαφορά στην επιλογή του αλλόμορφου οφείλεται στη διαφορετική υπόσταση των συνθέτων. Όταν το σύνθετο είναι εγγενής σχηματισμός της ελληνικής γλώσσας συνήθως χρησιμοποιείται το μεγαλύτερο σε έκταση αλλόμορφο. Όταν όμως πρόκειται για αντιδάνειο τότε δεν αποκλείεται να χρησιμοποιείται και το μικρότερο.

Αξίζει ακόμα να γίνει λόγος για την επίδραση της καθαρεύουσας στην μορφή των θεμάτων που εμφανίζονται στα σύνθετα που ανάγονται στην αρχαία ελληνική. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις που μαρτυρούνται από την αρχαία ακόμα εποχή και χρησιμοποιούνται ακόμα μέχρι και σήμερα. Ενώ υπάρχει πολλές φορές το ενδεχόμενο της διπλοτυπίας όπως με τις λέξεις «γέρος» και «γέροντας» γεγονός που ανάγεται στη μεσαιωνική ελληνική.

Π.χ. ναύσταθμος < περιέχει το ουσιαστικό «ναυς»

Η δομή συνθέτου και τονισμός

Έχοντας εξετάσει το θέμα του συνθέτου από μορφολογικής πλευράς, μπορούμε πλέον να πούμε πως ένα από τα κύρια συστατικά του συνθέτου αποτελεί και η λέξη, η κατηγορία δηλαδή που αποτελείται από θέμα και κλιτικό επίθημα και χρησιμοποιείται με αυτήν τη μορφή για το σχηματισμό φράσεων.

Τα ελληνικά σύνθετα εμφανίζουν μια βασική δυαδική δομή, ενώ πολλά από αυτά δεν περιλαμβάνουν το μέρος της κλίσης, δηλαδή το κλιτικό επίθημα. Εφόσον, λοιπόν, πολλά από αυτά δεν διαθέτουν κλιτικό επίθημα, περιέχουν ως βασικά συστατικά θέματα και όχι ολοκληρωμένες λέξεις. Το βασικό λοιπόν σχήμα σύνθεσης είναι: θέμα + θέμα =  θέμα. Τέτοια είναι τα σύνθετα στα οποία το κλιτικό επίθημα είναι διαφορετικό από εκείνο που παίρνει το δεύτερο συστατικό, όταν εμφανίζεται ως ανεξάρτητη λέξη.

Π.χ. αμπελ – ο – χώραφ – ο

Υπάρχουν, βέβαια και σύνθετα όπου το κλιτικό επίθημα δεν διαφέρει από αυτό που έχει το δεύτερο συστατικό, όταν χρησιμοποιείται ως ανεξάρτητη λέξη. Τα σύνθετα αυτά εμφανίζουν ως πρώτο συστατικό ένα θέμα, αλλά το δεύτερο συστατικό τους είναι λέξη. Ο συνδυασμός των δυο καταλήγει επίσης σε λέξη.

Π.χ. Θέμα + λέξη = λέξη

Ένα από τα βασικότερα στοιχεία σε ένα σύνθετο αποτελεί και η θέση του τόνου. Στην περίπτωση που η δομή ενός συνθέτου βασίζεται στο συνδυασμό δυο θεμάτων ο τόνος της τελικής μορφής του συνθέτου βρίσκεται στην προπαραλήγουσα, ανεξάρτητα από τον τόνο που φέρουν τα επιμέρους συστατικά.

Π.χ. γέροντας + κορμί = γεροντόκορμος

Οι κατηγορίες των συνθέτων

Τα  σύνθετα της νέας ελληνικής κατατάσσονται κυρίως στις τρεις μεγάλες γραμματικές κατηγορίες: ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα.

Ουσιαστικά

Οι κατηγορίες των συστατικών που μετέχουν στη δημιουργία συνθέτων της κατηγορίας αυτής είναι κυρίως ουσιαστικά και επίθετα:

Ουσιαστικό + Ουσιαστικό  <Αλατοπίπερο <αλάτι + πιπέρι

Ουσιαστικό και επίθετο  < Γλυκοχάραμα <γλυκός + χάραμα

Υπάρχουν ωστόσο και παραδείγματα στα οποία το α’ συνθετικό ανήκει στην κατηγορία του επιρρήματος, όπως οι λέξεις «εξώπορτα» και «πισωγύρισμα». Επειδή όμως δεν θα ήταν γραμματικά ορθό ένα επίρρημα να προσδιορίζει ένα ουσιαστικό θεωρούμε πως πρόκειται για ακολουθίες επιθέτων και ουσιαστικών

Π.χ. εξώπορτα < η έξω πόρτα

Επίθετα

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν σχήματα με ουσιαστικά, επίθετα και επιρρήματα:

Επίθετο + επίθετο < βορειοδυτικός

Επίθετο + ουσιαστικό < κοσμοξάκουστος

Επίθετο + επίρρημα < αργοκίνητος

Ρήματα

Στην κατηγορία των ρημάτων υπάρχουν οι εξής συνδυασμοί:

Ρήμα + ρήμα < ανοιγοκλείνω

Ουσιαστικό + ρήμα < χαρτοπαίζω

Επίρρημα + ρήμα < αργοπεθαίνω

Επιρρήματα

Τα σύνθετα που ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία δεν είναι πρωτογενείς σχηματισμοί καθώς δεν απορρέουν από τη σύνθεση δυο συστατικών από τα οποία το ένα ή και τα δυο να αποτελούν επιρρήματα αλλά από το συνδυασμό ενός θέματος σύνθετου επιθέτου με το παραγωγικό επίθημα – α.

ουσιαστικό + ουσιαστικό + – α → δευτερογενές σύνθετο

Σύνθετα με αντωνυμίες ή αριθμητικά

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν σύνθετα ονόματα των οποίων το πρώτο συνθετικό ανήκει στην κατηγορία των αριθμητικών ή της αντωνυμίας. Στα συνθετικά με α’ συνθετικό αριθμητικό το συνδετικό φωνήεν – ο – δεν εμφανίζεται με εξαίρεση το εκατό.

Π.χ. τριαντάφυλλο <τριάντα + φύλλο

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως οι σύνθετες λέξεις αποτελούν μία ιδιαίτερη και δημιουργική διεργασία της Νέας Ελληνικής γλώσσας και καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση στο λεξιλόγιό της. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η Παραγωγή και η Σύνθεση κρατούν ζωντανή την εξέλιξη μίας γλώσσας, την αιματοδοτούν, την κάνουν επίκαιρη και άμεσα ή και έμεσα λειτουργική.

Και κάτι που δεν προσέχουμε πάντα όλοι. Τα παιδιά είναι οι πιο ευφάνταστοι παραγωγοί και συνθέτες λέξεων…

 

Πηγές
  • Feldman, R.S., (2011). Εξελικτική ψυχολογία. Δια βίου ανάπτυξη, τόμος Α. (Η. Γ. Μπεζεβέγκης, Επιμ.). Αθήνα: Gutenberg.
  • Fromkin V., Rodman R., Hyams N. (2010), Εισαγωγή στη μελέτη της γλώσσας (Μτφ. Ε. Βάζου, Γ. Ξυδόπουλος, Φ. Παπαδόπουλος, Α. Τσαγγαλίδης). Αθήνα: Πατάκης
  • Schacter, D.L., Gilbert, D. M., Wegner. (2012). Ψυχολογία γενική. (Σ. Βοσνιάδου, Επιμ., Ε. Κοππάση, Μεταφρ.). Αθήνα: Gutenberg.
  • Νικολόπουλος, Δ. (2008). Εισαγωγικά σχόλια διευκρινίσεις. Στο Δ. Νικολόπουλος (Επιμ.), Γλωσσική Ανάπτυξη και Διαταραχές. Αθήνα: Τόπος, 13-19.
  • Παπαγεωργίου, Γ. Ε. (χ.χ.). Η παραγωγή και η σύνθεση λέξεων στη νέα ελληνική γλώσσα. Αθήνα: (χ.ε.).
  • Ράλλη, Α. (2007). Σύνθεση των Λέξεων: Διαγλωσσική Προσέγγιση. Αθήνα: Πατάκης.
  • Ράλλη, Α. (2008). Μορφολογία (3η έκδ.). Αθήνα: Πατάκης.
  • Συνώδη, Ε. & Τζακώστα Μ. 2014. Δυονομασία: τα ταξιδάκια μιας σαρανταποδαρούσας στη χώρα της γραμματικής. Χανιά: Εκδόσεις Γλαύκη
  • Τάφα, Ε. (2011). Ανάγνωση και γραφή στην προσχολική εκπαίδευση. Αθήνα: Πεδίο.
  • Τζακώστα, Μ. & Δ. Μανωλά. (2012). Κατανόηση και παραγωγή συνθέτων από παιδιά προσχολικής ηλικίας: διδακτικές προεκτάσεις. Στα Πρακτικά του 7ου Συνεδρίου της Παιδαγωγικής Εταιρίας Ελλάδος – Ελληνική και Εκπαιδευτική Έρευνα, Τόμος Β΄, Μαλαφάντης, Κ.Δ., Ν. Ανδρεαδάκης, Δ. Καραγιώργος, Γ. & Β. Οικονομίδης (Επιμ.), 1119-1130. Αθήνα: Διάδραση.

 

 

Ηλ.Ταχ.: lexikon@athinodromio.gr

Παρασκευή Σιδεράτου

Δασκάλα, Γλωσσοπαιδαγωγός