Σύνταξη άρθρου: Μαριάνθη Ζαχαράκη, Κωνσταντίνος Μιαρίτης

Επιμέλεια άρθρου: Κωνσταντίνος Ουρανός

Μια από τις σπουδαιότερες περιόδους στην ιστορία του ενδύματος αποτελεί αναμφισβήτητα αυτή της μεταβυζαντινής και νεώτερης Ελλάδας. Όσον αφορά στην ευρύτερη Αττική, τουλάχιστον για τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού, κυριαρχούσαν οι παραδοσιακές φορεσιές των Μεγάρων και των Μεσογείων με παραλλαγές κατά τόπους στις γειτονικές τους περιοχές.

Η γυναικεία ένδυση στην Ελλάδα

Τυπικές παραδοσιακές γυναικείας φορεσιές της ευρύτερης Αττικής, Μουσείο Μπενάκη

Η γυναικεία ενδυματολογία της νεότερης Ελλάδας ήταν πρακτική και διατηρούσε ταυτοχρόνως έναν χαρακτήρα πληθωρικό και σύνθετο. Η επιλογή των ρούχων διέφερε ανάλογα με την περίσταση και την κοινωνική τάξη, όπου ανήκε κάθε γυναίκα. Υπήρχαν τα καθημερινά ενδύματα, τα γιορτινά και το νυφικό. Η γιορτινή με τη νυφική φορεσιά διέφεραν κυρίως ως προς την ποσότητα του στολισμού που έφερε η φορεσιά. Με βάση την ποιότητα και την ποσότητα του στολισμού γινόταν επίσης εμφανής και η οικονομική κατάσταση της φέρουσας. Πλούσια και περίτεχνα κοσμήματα, καλά υφάσματα, όπως βελούδο, χρυσοποίκιλτα κεντήματα και μακριά μήκη σκιαγραφούσαν μια εύπορη γυναίκα της εποχής, ενώ τα περισσότερα κομμάτια ήταν δώρα του γαμπρού.

Η παραδοσιακή ενδυμασία της Αττικής δεν ήταν και δεν παρέμεινε η ίδια στον διάβα του χρόνου. Κατά την εξέλιξή της, επικρατούσαν μικροδιαφορές σχετικά με τα υφάσματα και τα κεντήματα. Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή στην αττική γυναικεία ενδυμασία οφειλόταν στο ότι δέχτηκε επιρροές και από άλλα μέρη της ελληνικής επικράτειας. Για παράδειγμα, η μεγαρίτικη φορεσιά αρχικά έμοιαζε με την παλαιά αγροτική φορεσιά της Πελοποννήσου, ενώ η μεσογίτικη είχε στοιχεία υιοθετημένα από αυτή των Κυκλάδων.

Βάσει των παραπάνω, είναι διακριτός ο διαχωρισμός της γυναικείας φορεσιάς της Αττικής σε δύο κεντρικές, ας τις πούμε, φορεσιές. Στη φορεσιά της Ανατολικής Αττικής ή των Μεσογείων και στη φορεσιά της Δυτικής Αττικής ή των Μεγάρων. Με κοινή βάση και κοινή προέλευση (ομοιότητα) οι αλλαγές και οι διαφορές που τις χαρακτήρισαν βρίσκονται στα επιπρόσθετα μέρη, στον στολισμό και στα κοσμήματα καθώς και κυρίως στις αναλογίες αυτών όσο και στο ύφος τους (τεχνικές, ύφη, υλικά).

Ας ρίξουμε μια ματιά στα κομμάτια που συνθέτουν την παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά της μεταβυζαντινής και νεώτερης Αττικής, που είναι και η μεγαρίτικη και μεσογείτικη, όπως προείπαμε.

 

ΕΝΔΥΜΑΤΑ

Εσωτερικό πουκάμισο: Πρόκειται για μακρύ βαμβακερό αμάνικο πουκάμισο, υφαντό στον αργαλειό. Στην ανατολική Αττική λεγόταν φουντί και χαρακτηριστικό του ήταν ότι στο τελείωμα του ποδόγυρου υπήρχε πολύχρωμο κέντημα με γεωμετρικά μοτίβα και αναπαραστάσεις.

Φουντί λεχώνας ή τροφού, Λύκειο των Ελληνίδων. Κανονικά είναι κλειστό στο στήθος και ανοιχτό πίσω αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για παραλλαγή που φορούσαν οι θηλάζουσες. Ορατά είναι τα ίχνη του μητρικού γάλακτος στα σημεία των μαστών

Μπλούζα: Λευκό αμάνικο ρούχο από βαμβάκι, που έφερε ασπροκέντημα στο στήθος και έδενε με δύο κορδόνια πίσω από τον λαιμό. Φοριόταν πάνω από το πουκάμισο ή φουντί.

Μπλούζα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Εσωτερικό μισοφόρι: Φούστα βαμβακερή λευκή, που σούρωνε στη μέση με κορδόνι. Στον ποδόγυρο (κάτω τελείωμα) τη στόλιζαν με δαντέλα.

Τζάκος: Ο τζάκος είναι ένα είδος γιλέκου, που είναι κοντό και ανοιχτό στο στήθος σε σχήμα πετάλου. Φτιαχνόταν από βαμβακερό ύφασμα και έχει ολοκέντητα μανίκια με χρυσό κορδονέτο, πούλιες και χάντρες ως τον αγκώνα. Ο τζάκος φοριόταν πάνω από το αμάνικο πουκάμισο ή μπλούζα και το μάκρος των μανικιών του ήταν τύπου 3/4 (τριών τετάρτων). Είναι φτιαγμένος από μονόφυλλο βαμβακερό πανί του αργαλειού στο φυσικό του χρώμα. Έχει πλατύ και μεγάλο άνοιγμα μπροστά που στρογγυλεύει στο κάτω μέρος του χωρίς να κλείνει. Τα κατωμάνικα φαρδύτερα από τα πανωμάνικα στολίζονται με επισημαντικό χρυσοκέντημα, ενώ το τελείωμά τους μπορεί να ολοκληρωνόταν με δαντέλα. Οι γυναίκες ή οι μαΐστρες που «έριχναν το χρυσάφι», τύλιγαν το λεπτό χρυσόνημα γύρω από χοντρή, κίτρινη μεταξωτή κλωστή, στριμμένη πολλές φορές, το μπρισίμι. Οι καμπύλες και οι χρωματιστές πινελιές δεν επιτρέπουν στον σχηματοποιημένο διάκοσμο να αποκτήσει αυστηρότητα.

Αυθεντικός χειροποίητος τζάκος του προηγούμενου αιώνα, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ασπροπύργου

Σεγκούνι ή Σεγκούνα: Το σεγκούνι ήταν αμάνικο πανωφόρι από λευκή και μαύρη κεντημένη μάλλινη τσόχα, ντυμένο με άσπρο βαμβακερό πανί. Φοριόταν πάνω από τον τζάκο. Κατασκευάζονταν από άντρες τεχνίτες, ραφτάδες. Αργότερα εμφανιζόταν μόνο στην καθημερινή φορεσιά και ήταν από άσπρο μαλλί υφαντό. Γύρω-γύρω ήταν διακοσμημένη με βελούδινη λωρίδα υφάσματος, όπου ειδικές κεντήστρες έκαναν όμορφα κεντήματα που απεικόνιζαν συνήθως φυτά ή λουλούδια.

Σεγκούνες, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ασπροπύργου

Γρίζα: Η εξέλιξη της σιγκούνας. Αμάνικος μακρύς εξωτερικός επενδύτης. Κατά την εξέλιξη αυτή παρέμεινε, όπως ήταν εξαρχής, μάλλινο και λευκό από τσόχα και βαμβάκι. Η βελούδινη ολόγυρη λωρίδα άλλαξε τα χρώματά της σε πιο βυσσινί έως κόκκινη. Οι χρυσοκέντητες λεπτομέρειες συνεχίζουν να αναπαριστούν φυτά και άνθη.

Ποδιά: Η ποδιά φοριόταν πάνω από το μισοφόρι, ήταν από βελούδο, μαλλί ή βαμβάκι κεντημένη από τις κεντήστρες με πολύχρωμες κλωστές. Τα κεντήματα ήταν συνήθως λουλούδια ενώ καμιά φορά έφεραν και τα αρχικά της κοπέλας που τη φορούσε. Ο γύρος, το τελείωμα δηλαδή της ποδιάς, στολίζονταν ολόγυρα με δαντέλα. Άλλη ποδιά, αυτή της ανατολικής Αττικής, ήταν ολόλευκη με κέντημα, πιέτες ή σούρες στο τελείωμα.

Ποδιές, λευκή με λευκοκέντημα (αριστερά) και κόκκινη βελούδινη με χρυσοκέντημα (δεξιά), Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

 

Καπλαμάς: Είναι είδος φορέματος-αντερί (χυτού φορέματος) επηρεασμένο από τα νησιώτικα πρότυπα, σε σκούρο βαμβακερό γυαλωμένο ύφασμα, που τοποθετούνταν πάνω από το πουκάμισο και τον τζάκο. Έχει μανίκια και είναι ολόκληρος φοδραρισμένος με λευκό χασέ, το καλοπάνι. Καπλαμάς σημαίνει επένδυση. Ως επίσημο ένδυμα στολίζεται στις εσωτερικές παρυφές με κόκκινο πανί, οι μανσέτες φοδράρονται με βελούδο και, τέλος, κεντιέται με χρυσό και πούλιες κατά τον τερζήδικο τρόπο (με στριφτό το χρυσό νήμα). Ο καπλαμάς έχει ένα κατακόρυφο άνοιγμα εμπρός, στο στήθος, και οι γυναίκες τον ανασκουμπώνουν από τη μια, συνήθως, μεριά για περισσότερη ομορφιά.

Καπλαμάς, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Ζωνάρι: Μάλλινο υφαντό φτιαγμένο στον αργαλειό, που τοποθετούνταν στη μέση και κάλυπτε τη λεκάνη.

Ζωνάρια, κεντητό πολύχρωμο (πίσω) και μονόχρωμο υφασμάτινο (μπροστά), Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ

Καλίκες, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Γουρουντσάρουχα: Τα πρωταρχικά καθημερινά παπούτσια φτιαγμένα από δέρμα χοίρων.

Ζάγρες: Τα καθημερινά παπούτσια της δουλειάς από βιδέλο (μοσχαρίσιο δέρμα), που απαντιούνταν σπανιότερα.

Καλίκες: Οι καλίκες ήταν υποδήματα από βελούδο που φορούσαν οι νύφες και τα οποία ήταν παντόφλες χωρίς φτέρνα, βελούδινες και διακοσμημένες με όμορφα χρυσοκεντήματα.

Άλλου τύπου υποδήματα, πιο καθημερινά, ήταν οι υφαντές κλειστές παντόφλες, χρωματιστές ή και με κεντήματα μπροστά που φοριούνταν με λευκή κάλτσα.

 

ΚΕΦΑΛΟΔΕΣΜΟΙ

Ομπόλια, κεφαλόδεσμος, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ασπροπύργου

Τις καθημερινές, οι γυναίκες φορούσαν το τσεμπέρι και από πάνω το μαντήλι το λουλουδάτο, συνήθως σε κίτρινο χρώμα με σχέδια. Ωστόσο οι γιορτινοί και οι νυφικοί κεφαλόδεσμοι διέφεραν καθώς ήταν πολυσύνθετοι και ποικιλόμορφοι. Η νύφη είχε διαφορετικό τρόπο χτενίσματος στα Μεσόγεια, φτιάχνοντας μία μόνο κοτσίδα, την οποία κρατούσε για σαράντα ημέρες από την ημέρα του γάμου. Σε άλλες περιοχές της Αττικής είχαν διαφορετικό τρόπο χτενίσματος, φτιάχνοντας δύο πλεξούδες, τις οποίες έπιαναν με μια καρφίτσα πίσω και ενώνοντάς τες σε μία. Οι νύφες μαζί με τα μαλλιά τους έπλεκαν και τα γαϊτάνια, από τα οποία κρέμονταν οι πλεξίδες ή τα πεσκούλια και πάνω στο κεφάλι τοποθετούσαν τη σκούφια με τα φλουριά και τη συγκρατούσαν με το καπιτσάλι. Στο μέτωπο φορούσαν την κορώνα και από πάνω τη σκέπη, την οποία μετά τον γάμο αντικαθιστούσαν με τη χρυσή ή λευκή ομπόλια. Οι πλεξίδες και τα πεσκούλια ήταν φούντες μεταξωτές από κόκκινο ή κρεμεζί μπρισίμι, σκεπασμένες με αληθινό χρυσάφι και ήταν δώρο του γαμπρού. Οι πλεξίδες ήταν πολύ πιο πλούσιες σε σχέση με τα πεσκούλια, που δεν είχαν στολίσματα. Η σκούφια με τα φλουριά είναι ο νυφικός κεφαλόδεσμος, που μετά τον γάμο φορούσαν μόνο σε γιορτές. Το καπιτσάλι είναι μια λουρίδα από κόκκινο βελούδο, κεντημένη με χρυσόνημα, η οποία περνάει κάτω από τον λαιμό και δένει στο φέσι. Η κορώνα, ήταν δώρο του γαμπρού και στόλιζε το μέτωπο της νύφης. Η χρυσή σκέπη, και αυτή δώρο από τον γαμπρό, είναι ένα αραχνοΰφαντο μεταξωτό πέπλο, με κρόσσια στις άκρες. Τη θέση της μετά τον γάμο, έπαιρνε η χρυσή ομπόλια, η οποία έχει πολλές ομοιότητες με τη σκέπη και ήταν αγορασμένη από την Αθήνα, συνήθως.

 

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ

Τυπικά κοσμήματα από χρυσό στολισμένα με πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους, Μουσείο Μπενάκη

Πλούσια ήταν τα κοσμήματα με τα οποία πλαισίωναν οι γυναίκες τη γιορτινή και νυφική τους φορεσιά.

Μικρό γιορντάνι: Ήταν κόσμημα για τον λαιμό και αποτελείται από 12 έως 19 κομμάτια, από τα οποία κρέμονταν φλουριά και ήταν επενδεδυμένο εσωτερικά με ύφασμα.

Μεγάλο γιορντάνι: Το μεγάλο γιορντάνι ήταν στολίδι για το στήθος. Πρόκειται για ένα διχτυωτό πλέγμα από χρυσές ή ασημένιες χάντρες. Στο κάτω μέρος έραβαν ασημένια γρόσια και κρεμούσαν νομίσματα χαρισμένα από τους συγγενείς και τον γαμπρό.

Κιουστέκια: Ασημένιες πόρπες (αγκράφες) που χρησίμευαν για να κλείνει ο τζάκος κάτω από το στήθος.

Κορδόνι: Άλλο ένα είδος στολιδιού για το στήθος. Αποτελούταν από σειρές αλυσίδων όπου κρέμονταν φλουριά.

Μπεζελίκια: Πρόκειται για βραχιόλια με σχέδια.

Θηλυκωτάρια: Κοσμήματα βοηθητικού χαρακτήρα που χρησιμοποιούνταν για το κλείσιμο της ζώστρας (υφασμάτινης ζώνης), στη μέση.

Μανταλιό: Λωρίδες μεταξωτού υφάσματος κεντημένες με φλουριά που καταλήγουν σε φιόγκο και φοριόταν κρεμαστό, μπροστά στο στήθος. Το μήκος διέφερε από κοντό (κάτω από το στήθος) μέχρι μακρύ (έως το ύψος του γονάτου).

 

Επίλογος

Εν κατακλείδι, παρατηρείται ένα ένα βασικό πρότυπο, όσον αφορά στην παραδοσιακή γυναικεία ενδυμασία της Αττικής. Είναι αντιληπτό ότι κυριαρχούσαν δύο επιμέρους πρότυπα φορεσιών, αυτό των Μεγάρων και αυτό των Μεσογείων. Ωστόσο, τα βασικά κομμάτια είναι κοινά, ενώ μεγάλες ή μικρότερες διαφορές παρατηρούνται ως προς το είδος των υφασμάτων, των υλικών, τον στολισμό, τα είδη των κεντημάτων, τις τεχνικές κατασκευής, τα χρώματα, τις αισθητικές τάσεις κάθε τόπου αλλά και τις επιρροές που δέχτηκαν κατά την πορεία της ιστορίας. Κάθε τόπος στην Αττική διέφερε λιγότερο ή περισσότερο από τη γειτονική του περιοχή σε μια προσπάθεια προβολής και εγκαθίδρυσης της μοναδικότητάς του. Σε κάθε κοινωνία η εμφάνιση άλλαζε ανάλογα με την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση του ατόμου. Πιθανόν μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι μάλλον υπάρχουν πολλές φορεσίες στην Αττική και πως καμμία δεν μοιάζει με την άλλη. Όπως είδαμε όμως στο άρθρο μας δεν πρόκειται για ουσιαστικές διαφορές αλλά για μικροδιαφορές που αφορούν σε υλικά, σε κεντήματα και σε κοσμήματα. Μια επίσκεψη στα λαογραφικά μουσεία του Ασπροπύργου, της Σαλαμίνας, των Μεγάρων, των Σπάτων και όπου αλλού υπάρχουν, το αποδεικνύει.

 

Πηγές

Κορρέ-Ζωγράφου Κατερίνα. Νεοελληνικός Κεφαλόδεσμος. Αθήνα, 1991

Παπαντωνίου Ιωάννα. Η Ελληνική Ενδυμασία από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 2000.

Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ασπροπύργου

Λύκειο των Ελληνίδων

Μουσείο Μπενάκη

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

 

 

Ηλ.Ταχ.: moda@athinodromio.gr

Μαριάνθη Ζαχαράκη

Σχεδιάστρια Μόδας

 

Κωνσταντίνος Μιαρίτης