Σύνταξη άρθρου: Ιωάννα Ασυλογιστάκη

Επιμέλεια άρθρου: Κωνσταντίνος Ουρανός

 

Από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες μια νέας σχολικής χρονιάς πολλοί γονείς βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διττό πρόβλημα. Από τη μια εργάζονται κι έχουν ελάχιστο χρόνο για το διάβασμα των παιδιών τους στο σπίτι και, κατά συνέπεια, πρέπει να τα διαβάζει κάποιος άλλος. Από την άλλη είναι η, πολύ συχνά, χαμηλή σχολική επίδοση του παιδιού τους. Είτε από δική τους διαπίστωση είτε από υπόδειξη της δασκάλας ή του καθηγητή στη δευτεροβάθμια, αντιλαμβάνονται πως υπάρχει πρόβλημα, το οποίο και καλούνται να αντιμετωπίσουν και να λύσουν παραγωγικά. Το παιδί τους κάνει πολλά λάθη σε ορισμένα μαθήματα, δυσκολεύεται και χρειάζεται βοήθεια στη μελέτη τους ή, χειρότερα, έχει σοβαρά κενά στην ύλη της προηγούμενης χρονιάς, που το δυσκολεύουν να κατανοήσει τη φετινή ύλη και αρχίζει «να μένει πίσω», μη μπορώντας να συμβαδίσει με την υπόλοιπη τάξη. Λύση στο συγκεκριμένο και πολύ σοβαρό πρόβλημα μπορεί να βρεθεί. Είτε μέσω της ίδιας της οικογένειας, η οποία θα οργανώσει το διάβασμα του παιδιού, αφιερώνοντας σε αυτό περισσότερο χρόνο, είτε με τη στήριξη ενός επαγγελματία, ενός εκπαιδευτικού, που θα έρθει στο σπίτι.

Πότε είναι απαραίτητα τα ιδιαίτερα

Η κάθε τάξη είναι ιδιαίτερη, μοναδική, με τη δική της διδακτέα ύλη και μαθησιακούς στόχους. Κάθε τι που διδάσκεται προσφέρει στο παιδί γενικές και χρήσιμες γνώσεις για τη γλώσσα του, τη χώρα του, την καθημερινή του ζωή, τις επιστήμες κ.ά. . Επίσης το προετοιμάζει για την επόμενη τάξη, καθώς το αναλυτικό πρόγραμμα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχεδόν όλων των γνωστικών αντικειμένων στηρίζεται σε προϋπάρχουσα γνώση, σε ό,τι δηλαδή το παιδί ξέρει από προηγούμενες τάξεις. Το γεγονός αυτό καθιστά κάθε τάξη σημαντική και ειδικά αυτές του δημοτικού κρίσιμες!

Σε περίπτωση, λοιπόν, που δεν δόθηκε η αρμόζουσα προσοχή εκ μέρους του παιδιού (και του γονέα) σε πρωτεύοντα μαθήματα, όπως γλώσσα και μαθηματικά, σύντομα «θα το βρει μπροστά του». Βέβαια αυτό ισχύει και για τα υπόλοιπα μαθήματα. Αν δεν έχει λοιπόν αποκτηθεί η απαραίτητη αυτή προϋπάρχουσα γνώση/βάση, θα δημιουργηθούν κενά μεγάλα, θα ξεκινήσουν οι δυσκολίες κατανόησης και επίλυσης των ασκήσεων, οι γραπτοί λόγοι θα είναι πάντα πρόβλημα, θα δυσκολεύεται και ακόμη και στην απομνημόνευση. Το παιδί, από την απογοήτευση και την πίεση που θα υφίσταται, θα αποκτήσει άγχος, το οποίο, με τη σειρά του, θα εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με άρνηση και απαξιωτική στάση ως προς το μάθημα και ίσως το σχολείο γενικότερα. Και τότε δύσκολα αποκαθίσταται η σχέση του παιδιού με το σχολείο του. Τι μπορεί να κάνει ο γονιός; Μια λύση, που ίσως και να είναι μονόδρομος σε πολλές περιπτώσεις, είναι να αναλάβει το παιδί και τη μελέτη στο σπίτι ένας εκπαιδευτικός. Για να γίνει όμως γνήσια παραγωγική η παρουσία του εκπαιδευτικού στο σπίτι πρέπει να κατανοηθούν ορισμένες παράμετροι της διαδικασίας αυτής, του κατ’ οίκον μαθήματος.

Από ποια ηλικία να ξεκινήσει το παιδί

Οι πρώτες τάξεις του δημοτικού έχουν ιδιαίτερη σημασία για την παιδεία και εκπαίδευση ενός παιδιού. Είναι οι τάξεις όπου το παιδί γίνεται μαθητής/τρια και αρχίζει να γνωρίζει τη γλώσσα του, μέσω γραφής, ανάγνωσης και γραμματικής, τον κόσμο των μαθηματικών μέσω της αριθμητικής, το περιβάλλον μέσω της μελέτης περιβάλλοντος κ.ο.κ. . Σε αυτές τις τάξεις είναι που πρέπει ο μαθητής να δείξει ιδιαίτερη προσοχή και ζήλο, κάνοντας μια καλή αρχή και χτίζοντας τις βάσεις όπου θα μπορεί να στηριχτεί για την υπόλοιπη σχολική του (και μη) ζωή.

Είναι σημαντικό, λοιπόν, το παιδί να μελετάει, σωστά και οργανωμένα· πρέπει να του γίνει επίσης σαφές ότι είναι και δική του ευθύνη η σχολική του πορεία, και η βοήθεια και καθοδήγηση που λαμβάνει είναι κυρίως για περίπτωση ανάγκης, αν διαπιστωθούν λάθη και ελλείψεις ή εάν το ζητήσει και το ίδιο το παιδί. Βέβαια αυτά στη θεωρία καθώς πολλά παιδιά δε διαθέτουν τον χαρακτήρα ή την ωριμότητα και τη συγκρότηση για να λειτουργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μόνιμη βάση. Μια συνήθης αρχή λοιπόν είναι η τρίτη δημοτικού. Λόγω της υπερφορτωμένης ύλης, δυσανάλογης με όσα έχει συνηθίσει και μάθει ως τότε το παιδί, είναι η τάξη ορόσημο. Για πρώτη φορά το παιδί «πέφτει στα βαθιά», τόσο στη γλώσσα μέσω γραμματικής και συντακτικού (χρόνοι, σημεία στίξης, κλίση ουσιαστικών και επιθέτων, γραπτοί λόγοι κ.ά.) όσο και στα μαθηματικά μέσω αριθμητικής και γεωμετρίας (πρόσθεση και αφαίρεση με τριψήφιους αριθμούς, οι αλγόριθμοι του πολλαπλασιασμού και της διαίρεσης, γεωμετρία, κατανόηση και λύση προβλημάτων κ.ά.). Επίσης, για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με το μάθημα της ιστορίας, οπότε και μαθαίνει για την ελληνική μυθολογία και τους αρχαίους πολιτισμούς (απομνημόνευση, αναδιήγηση, χρήση του χάρτη και γραπτή εξέταση).

Δεδομένης της νεαρής ηλικίας και των αντοχών της, όμως, αλλά και των λογικών δυσκολιών προσαρμογής, που μπορεί αντιμετωπίσει ο μαθητής στις δύο πρώτες τάξεις, καλό είναι να μην ξεκινήσει πολύ νωρίς, πριν από τη γ’ τάξη δηλαδή, ένα παιδί ιδιαίτερα μαθήματα. Χρειάζεται τους γονείς του και τη συναισθηματική ασφάλεια, που μόνον αυτοί μπορούν να του παράσχουν. Μόνο αν οι γονείς πραγματικά δε διαθέτουν τον χρόνο, για να το βοηθήσουν και να του λύσουν τις απορίες και, αν εντοπίζονται έντονες μαθησιακές δυσκολίες από τους ίδιους ή τον δάσκαλο/α. Σε αυτές τις εξαιρετέες περιπτώσεις, είναι θεμιτό το παιδί να ξεκινήσει ακόμα και από την πρώτη δημοτικού καθώς δεν πρέπει να χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Υπάρχει ιδανικό πρόγραμμα;

Εφόσον αποφασιστεί ο μαθητής να ξεκινήσει ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι, τίθεται το ζήτημα του προγράμματος. Οι γονείς προβληματίζονται να καταλήξουν στην ιδανική μέρα και ώρα των μαθημάτων, κυρίως λόγω άλλων, εξωσχολικών ασχολιών του μαθητή (π.χ. κάποια αθλητική δραστηριότητα). Δεδομένου, όμως, ότι κάθε μαθητής και μαθήτρια έχει το δικό του/της πρόγραμμα (σχολικό και εξωσχολικό), συνεπάγεται ότι το ιδανικό πρόγραμμα ιδιαιτέρων δεν υπάρχει. Οι γονείς πρέπει να το διαμορφώσουν βάσει του ελεύθερου χρόνου του παιδιού, των αντοχών και των αναγκών του. Με γνώμονα, λοιπόν, το πιο αποτελεσματικό, κατά το δυνατόν, πρόγραμμα, οι γονείς πρέπει να λάβουν υπόψιν τα εξής:

  • Επαρκής ελεύθερος χρόνος

Ένας νεαρός μαθητής/τρια ήδη «δουλεύει σκληρά». Από τη στιγμή που θα ξυπνήσει μέχρι να κοιμηθεί πάλι το βράδυ, έχει να παρακολουθήσει τα μαθήματα του σχολείου, να μελετήσει μετά στο σπίτι, να πάει στο ξενόγλωσσο φροντιστήριο και να μελετήσει για αυτό, να πάει σε όποια αθλητική και μη δραστηριότητα έχει γραφτεί κ.ά. . Με το μυαλό και το σώμα του ήδη στα όριά τους, δεν πρέπει να ζορίζεται περισσότερο. Πρέπει να υπάρχει χρόνος για παιχνίδι και ξεκούραση, για να ασχοληθεί με τα χόμπι του και να περάσει χρόνο με την οικογένειά του και τους φίλους του. Οπότε, αν πρέπει να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι, είναι καλό να προτιμηθεί μια μέρα «κενή» ή τουλάχιστον με μόνο μία υποχρέωση μετά το σχολείο. Έτσι, το παιδί θα είναι πιο ξεκούραστο και πιο πρόθυμο να ασχοληθεί, να σκεφτεί, να προσπαθήσει.

  • Προετοιμασία «επίμαχου» μαθήματος

Με τη λογική ότι το παιδί παρακολουθεί ιδιαίτερα μαθήματα με σκοπό την κάλυψη κενών και τη βελτίωση της απόδοσής του σε συγκεκριμένο σχολικό μάθημα (ή μαθήματα), είναι λογικό επακόλουθο ότι το ιδιαίτερο πρέπει να προηγείται αυτού. Είτε μια μέρα πριν το σχολικό μάθημα είτε στο τέλος της εβδομάδας είτε πριν από κάποιο επαναληπτικό διαγώνισμα, είναι κατάλληλη ευκαιρία για ανασκόπηση του κεφαλαίου ή της ενότητας που βρίσκεται, μέσω μελέτης της θεωρίας, απάντησης ερωτήσεων και επίλυσης ασκήσεων, και, το σημαντικότερο, διόρθωσης προηγούμενων λαθών.

Μαθήματα του σχολείου ή επιπλέον;

Όταν ο μαθητής/τρια αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες στην κατανόηση ενός μαθήματος και στις ασκήσεις του (λόγω κενών ή μη), απαιτείται ο δάσκαλός/α του στο σπίτι να ξεκινήσει από αυτό πριν του δώσει επιπλέον ασκήσεις. Διαφορετικά, ο μαθητής θα παιδευτεί αδίκως, χωρίς να καταφέρει κάτι ουσιαστικό. Η ορθή πορεία είναι πρώτα να μελετηθεί και κατανοηθεί πλήρως η θεωρία του μαθήματος (μέσω ερωτήσεων, συζήτησης και αλλεπάλληλων εξηγήσεων) και μετά να λυθούν οι ασκήσεις του σχολείου, ιδανικά από το ίδιο το παιδί (αναλύοντας τον τρόπο σκέψης του και δικαιολογώντας κάθε επιλογή του) ή, στη χειρότερη, από κοινού με τον δάσκαλο (εξηγώντας τη διαδικασία λύσης). Εφόσον ο δάσκαλος εκτιμήσει ότι ο μαθητής έχει καταλάβει ικανοποιητικά τη διαδικασία και τρόπο σκέψης προς την επίλυση, τότε μπορεί να του αναθέσει επιπλέον ασκήσεις (είτε του σχολικού βιβλίου είτε δικές του). Εδώ ο στόχος είναι να προσπαθήσει περαιτέρω και μόνος του για την κατάκτηση του εκάστοτε απαιτητικού κεφαλαίου. Ιδιαίτερα, αν η τάξη του στο σχολείο έχει προχωρήσει σε επόμενα κεφάλαια και ο ίδιος δεν έχει δώσει την πρέπουσα σημασία και δεν έχει ασχοληθεί.

Επίλογος

Η κάθε σχολική χρονιά έχει τις δικές της απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθεί ο μαθητής/τρια. Αν και υπάρχουν μερικές ενότητες που επαναλαμβάνονται στις μετέπειτα τάξεις, κάθε τάξη είναι στην ουσία μοναδική, με τη διδακτέα ύλη της να απαρτίζεται από νέες έννοιες και θεωρίες, αλλά και από γνωστές, τις οποίες θα πλησιάσει από άλλη σκοπιά κα θα εντρυφήσει σε αυτές. Σε κάθε προσπάθειά του πρέπει να είναι δίπλα του οι γονείς του, σε ρόλο καθοδηγητή και βοηθού. Αν, όμως, δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, τότε υπάρχει η λύση του ιδιαίτερου μαθήματος. Μια λύση στην οποία είναι φρόνιμο να καταλήξει η οικογένεια από την αρχή του σχολικού έτους, καθώς η ύλη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι μια προσεκτικά μελετημένη «αλυσίδα» γνώσεων, της οποίας πρέπει να σχηματιστεί μεθοδικά και με επιμέλεια κάθε της κρίκος· διαφορετικά μπορεί εύκολα να σπάσει.

 

 

Ηλ. Ταχ.: daskalos@athinodromio.gr

Κωνσταντίνος Ουρανός

Δάσκαλος

 

Αγάθη Πατσιούδη

Δασκάλα – Ειδική δασκάλα επί των Διαταραχών Λόγου

 

Ιωάννα Ασυλογιστάκη

Δασκάλα