Σύνταξη άρθρου: Νεφέλη Τσιπουρίδη

Επιμέλεια άρθρου: Κωνσταντίνος Ουρανός

 

Ο τίτλος, λένε, είναι η ψυχή του άρθρου και το ερώτημα που θέτει το παρόν πιθανώς να μη συγκαταλέγεται στη λίστα με τα αιώνια ερωτήματα, τα εφάμιλλα του «Να ζει κανείς ή να μη ζει;». Παρόλη όμως τη μόνο φαινομενική μικρή της αξία, η απορία παραμένει. Και απασχολεί γονείς, εκπαιδευτικούς, δημιουργούς και θεωρητικούς του θεάτρου. Ας πιάσουμε την άκρη του νήματος από αυτό το πρέπει του τίτλου. Κι ας κρατήσουμε, στο άλλο χέρι, τη γνώση ότι αποδεδειγμένα επικρατεί η γενική αίσθηση στον κόσμο πως το παιδικό θέατρο είναι ωφέλιμο μεν, όχι όμως και πολύ απαραίτητο δε.

Εδώ εδράζονται και η θέση μου από τη μια και η ισχυρή μου αντίρρηση από την άλλη. Ας τις αναπτύξω:

Κατά την άποψή μου, η θεατρική παιδεία, η έκθεση στο δράμα και η πρόσβαση στον χώρο του θεάτρου είναι εξίσου απαραίτητες με τα μαθηματικά, τη γλώσσα, την ιστορία κ.τ.λ. . Οφείλεται, λοιπόν, να συνυπολογίζονται, επισταμένως μάλιστα, κατά το σχεδιασμό του εκάστοτε εκπαιδευτικού προγράμματος. Όπως επίσης να συγκαταλέγονται στη λίστα της γονικής μέριμνας και «εξωσχολικής» εκπαίδευσης του παιδιού.

Σε αυτό το σημείο ας μου επιτραπεί μία παρένθεση. Να καταρρίψω το έωλο επιχείρημα που λέει ναι μεν «αλλά πάντα μετά τη σίτιση», μιας και οι υποστηρικτές του τείνουν να υποβαθμίζουν την αναγκαιότητα της θεατρικής παιδείας, κι όχι μόνο αυτής. Προτάσσουν ως πρωταρχικές προϋποθέσεις και μόνο πραγματικές ανάγκες την τροφή και τη στέγη. Το πνεύμα βέβαια όταν μένει ακαλλιέργητο και ασυγκίνητο, είναι πλήρης υποσιτισμός, για εμάς εδώ στον δυτικό κόσμο τουλάχιστον. (Του ανήκουμε αλήθεια;). Από ότι φαίνεται, το κενό βλέμμα, η αδυναμία στην έκφραση και στην ανάλυση πληροφοριών, αδυνατούν να απεικονιστούν με την ίδια παραστατικότητα, όπως στα φυλλάδια της Γιούνισεφ (Unicef) για τα παιδάκια από τη Μπιάφρα. Δεν τρομάζει το ίδιο με το παχύσαρκο ή έστω καλοζωισμένο Ελληνόπουλο, που, φωτογραφημένο πολλάκις στο Φέισμπουκ (Facebook), μοιάζει χωρίς καμία εσωτερικότητα. Και τα δύο, κατ’ εμέ τουλάχιστον, αποτελούν μέγιστη τραγωδία. Και μάλιστα την πλέον σύγχρονη (και όσον αφορά τα εγχώρια): τη μοντέρνα ελληνική τραγωδία. Είναι λογικό άλλωστε να καταρρέει η παγκόσμια οικονομία, να υποφέρει η εξέλιξη της τοπικής κουλτούρας, να διαβρώνεται συνεχώς η γλώσσα και να χάνεται η διαπροσωπική επικοινωνία, όταν η μία γενιά μετά την άλλη μεγαλώνει παραμερίζοντας επιδεικτικά τη θρέψη του πνεύματος. Ομολογουμένως τα προαναφερθέντα κοινωνικά ζητήματα προκύπτουν από πολλαπλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων και η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη. Επ’ ουδενί δεν καταλογίζω όλα τα δεινά του δυτικού πολιτισμού στην έλλειψη θεατρικής παιδείας. Υποστηρίζω όμως, ότι η μόρφωση και η τέχνη, καθώς και ο συνδυασμός των δύο, δηλαδή το θέατρο, έχουν τη δύναμη να βελτιώσουν, και κατ’ επέκταση, να αλλάξουν τον κόσμο!

Ας μπούμε όμως στο κυρίως θέμα. Στόχος του άρθρου είναι να παρουσιάσει μερικές σκέψεις γύρω από το εν λόγω επιχείρημα της αναγκαιότητας του θεάτρου στην παιδική ηλικία. Η σκέψη μου, ως προς το πώς θα το αποδείξω, αποτελεί έναν συγκερασμό πρωτογενών και δευτερογενών πηγών. Προκύπτει από τα βιώματά μου ως θεατρικός δημιουργός και ως συντονίστρια θεατρικών ομάδων σε περιβάλλοντα με παιδιά. Παράλληλα εμπνέεται από ακαδημαϊκές έρευνες και αναλύσεις, με τις οποίες ήρθα σε επαφή κατά τη διάρκεια των σπουδών μου ως θεατρολόγου.

Ας δούμε τι αναπτύσσει το θέατρο στο πνεύμα και την ψυχή παιδιού μα και ενηλίκου:

Την ενσυναίσθηση 

Ήδη από το 1957 ο Αμερικανός ψυχολόγος και πρωτοπόρος Καρλ Ρότζερς όρισε τις πολύπλευρες εφαρμογές της ενσυναίσθησης στο πλαίσιο της θεραπευτικής διαδικασίας. Μεταξύ των άλλων και ως μέσο γνώσης. Μέσω της ενσυναίσθησης, της συναισθηματικής αναγνώρισης δηλαδή και εν τέλει της συνάφειας με τις συνθήκες και την ψυχική θέση στην οποία βρίσκονται οι άλλοι, το άτομο βιώνει μια διεργασία που καταλήγει, πρωτίστως, σε γνώση. Βάσει αυτής της λογικής, όταν ένα παιδί παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση, έρχεται σε επαφή με τα βιώματα και τις συνθήκες των ηρώων και καλείται να τις επεξεργαστεί, τοποθετώντας τον εαυτό του στη θέση αυτών. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά γνώση κι εμπειρία, επεξεργάζεται πληροφορίες, βγάζει συμπεράσματα και εμμέσως εκπαιδεύει τον εαυτό του, ώστε να διαχειριστεί τις δικές του μελλοντικές καταστάσεις. Πέρα από το ατομικό κέρδος που κατακτά μέσω της ενσυναίσθησης, ωριμάζει και η κοινωνική του συνείδηση. Η κοινωνία ωφελείται μόνο από πολίτες που έχουν τη δυνατότητα και την ευαισθησία να μπουν στη θέση των υπολοίπων, παραμερίζοντας τον διαχωρισμό που προκύπτει από τις προσωπικές τους συνθήκες. Εκπαιδεύοντας λοιπόν τους πολίτες του αύριο ως άτομα με καλλιεργημένο το αίσθημα της ενσυναίσθησης, ενισχύουμε την ποιοτική εξέλιξη του σύγχρονου ανθρώπου.

Την κριτική σκέψη

Ως όρος, η «κριτική σκέψη» πρωταγωνιστεί σε πολυάριθμα εκπαιδευτικά εγχειρίδια. Περιληπτικά, αφορά τη διαδικασία που συνδυάζει τη νόηση και το συναίσθημα προκειμένου να γίνει η επεξεργασία και η αξιολόγηση των πληροφοριών με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Παραλλήλως, το πνεύμα μαθαίνει να αναγνωρίζει πως η έλλειψη όλων των στοιχείων μιας υπόθεσης προφυλάσσει από βιαστικά συμπεράσματα.

Σε αντίθεση με την αποστήθιση ή την απλή συλλογή πληροφοριών, που είναι χαρακτηριστικά εμβλήματα μιας προβληματικής διδασκαλίας, η κριτική σκέψη απαιτεί πολλαπλές δεξιότητες και διεργασίες. Μερικές από αυτές είναι η λογική, η ευρύνοια και η πειθαρχία. Το παιδικό θέατρο, και ιδιαίτερα το συμμετοχικό θέατρο, καλλιεργεί τις εν λόγω δεξιότητες. Οι παραστάσεις που πληρούν τις απαραίτητες εκπαιδευτικές και ποιοτικές προϋποθέσεις, έχουν την αφηγηματική δομή που βασίζεται στη λογική. Παρουσιάζουν καταστάσεις και διλήμματα που προσκαλούν τον αποδέκτη, εν πρώτοις, να γίνει παρατηρητής αυτής της «λογικής» και στη συνέχεια να καλλιεργήσει τη δική του προκειμένου να συμμετέχει στην εξέλιξη της ιστορίας. Όσο για την ευρύτητα του πνεύματος, οι ήρωες των ιστοριών αντικατοπτρίζουν ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, συνθηκών, πολιτισμών και εποχών. Ως εκ τούτου, η αντίληψη ενός παιδιού για τον κόσμο που το περιβάλλει διευρύνεται. Τέλος, η πειθαρχία κατακτάται μέσω της κοινωνικής σύμβασης, η οποία απαιτεί μια ορισμένη και συγκεκριμένη συμπεριφορά από το κοινό. Με τον πλέον ευχάριστο τρόπο, κι όχι μέσω της επιβολής, ο μικρός θεατής μαθαίνει να παρακολουθεί, να ανταποκρίνεται στις ερωτήσεις του εμψυχωτή/ηθοποιού και, εντέλει, να σέβεται τους συνανθρώπους του.

Την πνευματική καλλιέργεια

Το προσωπικό (και συλλογικό) κέρδος από την καλλιέργεια του πνεύματος είναι σαφές. Κατά κανόνα, οι καλλιεργημένοι άνθρωποι διαχειρίζονται τις καταστάσεις με ωριμότητα, ζυγίζουν τις επιλογές τους, αναλύουν τις προσλαμβάνουσες, θέτουν ερωτήματα, έχουν πειθώ, εκφράζονται με άνεση, εκτιμούν τον πλούτο της γνώσης, επιδιώκουν την έρευνα και την εξέλιξη… Η λίστα αυτών των προνομίων πιθανόν να είναι εξαιρετικά μεγάλη. Πώς αποκτάται όμως η πνευματική καλλιέργεια; Ένα ερώτημα που επίσης απαιτεί πλατιά ανάλυση. Μια πρώτη, προφανής απάντηση, είναι πως μέσω της παιδείας. Η διδασκαλία της ιστορίας, της λογοτεχνίας, των παγκόσμιων πολιτισμών, των επιστημών εν γένει και, φυσικά, της γλώσσας. Το θέατρο λοιπόν τα εμπεριέχει όλα αυτά, και μάλιστα σφαιρικά. Φυσικά το κάθε θεατρικό έργο διαφέρει. Η ιστορία και ο πολιτισμός δεν προκύπτουν σε κάθε παιδικό θεατρικό εγχείρημα. Εντοπίζονται όμως σε πολλά από αυτά. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, και άμεσα και έμμεσα. Ένα μουσικό παραμύθι, για παράδειγμα, εμπεριέχει αναφορές σε ιστορικές περιόδους και μακρινούς πολιτισμούς, χωρίς αυτό να προκύπτει από μία πρώτη ανάγνωση. Η ίδια η μουσική, μπορεί να έχει λυρικό, μπαρόκ, τζαζ κ.τ.λ. χαρακτήρα, συστήνοντας το παιδικό κοινό με τον ευρύτερο πολιτιστικό πλούτο. Όσο για τη γλώσσα, το απόλυτο «εργαλείο» του ανθρώπου, το παιδικό θέατρο φέρνει το παιδί σε επαφή με τη σωστή χρήση, την προφορά και εκφορά της, παρακινώντας το να την αφομοιώσει.

Τη διάσπαση προσοχής

Η διάσπαση της προσοχής είναι το πλέον σύγχρονο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί σε σχέση με τα παιδιά. Η τεχνολογία που κυριαρχεί στη ζωή μας παίζει καθοριστικό ρόλο ως προς αυτό. Έρευνες δείχνουν πως ο μέσος χρήστης του ίντερνετ εγκαταλείπει τη σελίδα επιλογής του μεταξύ ενός και πέντε δευτερολέπτων. Δευτερολέπτων! Παρόλα τα θετικά της άμεσης πρόσβασης στην πληροφορία, η προκειμένη ταχύτητα δημιουργεί το αίσθημα της στιγμιαίας ικανοποίησης κι όχι της ουσιαστικής. Η συνεχής έκθεση στο στιγμιαίο επηρεάζει λοιπόν τη διεργασία της παραγωγικής συγκέντρωσης, αποτρέποντας το παιδί από αυτήν και τελικά από τη Γνώση. Σε αντίθεση με τα πολυμέσα, το θέατρο αποκρίνεται σε «φυσικά όρια». Προπονεί το παιδί να αναμένει την εξέλιξη, την αλλαγή του σκηνικού, τη μετακίνηση του ηθοποιού από το ένα σημείο στο άλλο. Αυτή η αναμονή, έχει και το επιπρόσθετο όφελος ότι αφήνει το απαραίτητο χρονικό περιθώριο στον μικρό θεατή να επεξεργαστεί την πληροφορία, προτού μεταπηδήσει στην επόμενη.

Συμπερασματικά…

Η ενσυναίσθηση, η κριτική σκέψη, η πνευματική καλλιέργεια και η ανάπτυξη της προσοχής είναι μόνο λίγα από τα πολλαπλά οφέλη του παιδικού θεάτρου. Φυσικά, η έξαψη της φαντασίας, η δημιουργική περιέργεια, η εικαστική συγκίνηση, η επαφή με άλλα παιδιά σε νέους χώρους, ακόμα και η επικοινωνία με τους θεατρικούς ήρωες (είτε κατά τη διάρκεια του θεάματος είτε μετά), που διευρύνει την κοινωνικότητα, αποτελούν πολύ βασικά προνόμια της θεατρικής εμπειρίας. Αφιέρωσα λιγότερο χώρο στην ανάλυση αυτών, μιας και είναι τα πιο προφανή και ευρέως γνωστά.

Σε αυτό το σημείο οφείλω να σημειώσω ότι το παιδικό θέατρο έχει πολλές ακόμα εκφάνσεις πέρα των προφανών. Η δραματοθεραπεία για παράδειγμα συνδυάζει θεατρικές και ψυχοθεραπευτικές αρχές, με στόχο την ψυχολογική υποστήριξη ή την ψυχική θεραπεία. Το εφαρμοσμένο δράμα (applied theatre αγγλιστί) πραγματεύεται κοινωνικά ζητήματα και δρα σε κοινότητες, συχνά απευθυνόμενο σε παιδιά και εφήβους. Λειτουργεί κυρίαρχα σε μη συμβατικούς θεατρικούς χώρους, όπως σε ένα ορφανοτροφείο, σε ένα μεταναστευτικό κέντρο, σε ένα νοσοκομείο ή σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα. Μέσω του θεάτρου στοχεύει στην αλλαγή, η κλίμακα της οποίας προσαρμόζεται ανά περίπτωση. Η κοινωνική σημασία και ο κομβικός ρόλος του θεάτρου στη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου ολοένα και αναγνωρίζονται. Πρώτα από την ακαδημαϊκή κοινότητα και ακολούθως από το ευρύτερο κοινό, που σταδιακά ενσωματώνει το θέατρο στη ζωή του πέρα από τη συνήθεια της κοινωνικής εξόδου. Παρόλα αυτά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας παραμένει σε πλήρη άγνοια και απόσταση, κατά την άποψή μου τουλάχιστον, αγνοώντας τη βαρύτητα και την αξία του θεάτρου. Εικάζω πως, εφόσον η επόμενη γενιά είναι εξοικειωμένη με το μέσο και έχει επωφεληθεί των προνομίων του, πιθανώς να διευρυνθεί και το μέγεθος της κοινωνικής ομάδας που το υποστηρίζει, καθιστώντας όσους το υποτιμούν και το αποφεύγουν δεινοσαύρους ενός άγονου και απνευμάτιστου παρελθόντος!

 

Πηγές

  • Clark, J.A (2011) »Empathy: Implications of Three Ways of Knowing in Counceling», The journal of Humanistic Counceling, Education and Development, vol. 43, No 2: 141
  • Freire, P. (1998) Pedagogy of the oppressed. New York, Continuum.
  • Mc Peck, J.E. (1981) Critical Thinking and Education, New York, Rutledge
  • Nicholson, H. (2014) Applied drama: the gift of theatre, Hampshire, Palgrave Macmillan
  • Shor, I. (1993) »Education is Politics: Paulo Freire’s Critical Pedagogy» in McLaren, P. & Leonard P. (eds.) Paulo Freire: A Critical Encounter, London, Routledge: 25-35
  • Taylor, P. (2003) Applied theatre Creating Transformative Encounters in the Community. Portsmouth: Heinemann.
  • Weatherhead, R. (2014) »Say it Quick, Say it Well – The Attention Span of a Modern Internet Consumer.» The Guardian. Guardian News and Media

 

 

Ηλ. ταχ.: theatro@athinodromio.gr

Νεφέλη Τσιπουρίδη

Σκηνοθέτης – Θεατροπαιδαγωγός – Θεατρολόγος